Δυο πιτσιρίκια φρόντισαν να μου θυμίσουν το διαφορετικό της ημέρας χτυπώντας επίμονα το κουδούνι της πόρτας στις εφτά και μισή το πρωί. - Να τα πούμε; - Ποια; - Τα κάλαντα! - Α!

Οι παράφωνες παιδικές φωνές και ο μεταλλικός ήχος από τα τρίγωνα γέμισαν το δωμάτιο. Τα σκασμένα, κέφι που έχουν πρωί πρωί. Μου 'δώσαν όμως την ιδέα. Θα 'ρθω να σου πω τα κάλαντα! Ένα άλλοθι γυρεύω να σε ξαναδώ. Θα χτυπήσω και εγώ πρωί πρωί την πόρτα σου. Τα παγωμένα χέρια μου θα χτυπούν άρρυθμα το τρίγωνο.

Αν είχα θάρρος θα ερχόμουν, μα δεν έχω. Ποτέ δεν είχα. Είμαι μια κότα. Το ήξερες και πάταγες σε αυτή μου την αδυναμία. Πάντα σαν μιλούσαμε, στεκόσουν σαν κόκορας κορδωμένος κι εγώ μια τσαλαπατημένη κοτούλα. Και να ήθελα να σου πω κάτι, το ξέχναγα. Με αποβλάκωναν τα λόγια σου. Έτσι και προχθές. Είχα τόσα να σου πω κι όπως με ρώταγες για τον καιρό, τα νέα μου, τι κάνει ο τάδε, χάθηκα. Ξεχάστηκα μέσα στις ασήμαντες κουβέντες. Λέξη δεν σου είπα, αγάπη μου. Τόσο καιρό αυτοσχεδίαζα κι όταν βρεθήκαμε, ένιωσα σαν δυσλεκτικός μαθητής που τον εξέτασε η αδυσώπητη φιλόλογος. Κόπηκα, μωρό μου. Με έκοψες. Ούτε τη βάση δεν κατόρθωσα να πιάσω.

Φτιάχνω καφέ, βάζω λίγη μουσική θλιμμένη, να σκοτώσω το εορταστικό κλίμα. Εγώ δεν γιορτάζω, εσύ ήσουν η γιορτή μου. Τώρα θέλω απλά να περάσει ο χρόνος. Χαζομάρα ίσως, μα σαν να ελπίζω πως με το φευγιό του θα πάρει μαζί κι εσένα. Κι εσένα κι αυτή τη θλίψη που έχει ριζώσει μέσα μου και με γεμίζει ενοχή σαν ξεχνιέμαι και χαμογελάω. Ακούς εκεί θα ερχόμουν να σου χτυπήσω την πόρτα; Εγώ; Εγώ που δεν τόλμησα ούτε μια φορά να υπερασπιστώ τα συναισθήματα μου, ώσπου στο τέλος με έπεισες ότι δεν σ’ αγαπάω. Ότι νομίζω ότι σ’ αγαπάω. Έτσι είπες, ναι.

Ο ψάλτης στο ραδιόφωνο με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Αλλάζω συχνότητα. Στο κουμπί του ραδιοφώνου πεσμένη λίγη ζάχαρη άχνη. Τη σκουπίζω με το δάκτυλο. Το γλείφω. Η πρώτη γλυκιά αίσθηση της ημέρας.

Πέρασα τόσο καιρό μέσα στο μυαλό μου προσπαθώντας να σε αποκωδικοποιήσω. Τι πιθανότητες να είχα; Ένα πρόβλημα με ελλιπή δεδομένα. Αυτό ήσουν από την αρχή. Μόνο με υποθέσεις μπόρεσα κάπως να πλησιάσω στη λύση σου. Μια ασυνάρτητη συνάρτηση.

Μου ’κανες το μυαλό κατσαρόλα και με μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα το ανακάτευες, έριχνες νέα συστατικά και όλο δοκίμαζες. Εκατό γραμμάρια ψέματα, μια πρέζα υπεκφυγής, ένα ποτήρι δικαιολογίες, από αυτές που φουσκώνουν μόνες τους και δεν βλέπεις πια την αλήθεια. Η συνταγή της αδιαφορίας σου. Κι ύστερα φύσαγες την κουτάλα για να μην καείς! Μόνο που ξέχασες την κατσαρόλα πάνω στο μάτι της κουζίνας και το μυαλουδάκι μου έγινε κάρβουνο. Οκέι. Τι ευθύνη να έχεις εσύ; Καμιά. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, δεν λένε; Έτσι είναι. Τώρα πρέπει να ντυθώ. Να πλυθώ. Να αποχαιρετήσω την τελευταία μέρα του χρόνου, κι εσένα… Γέρε χρόνε, φύγε τώρα.

Ειρήνη Δερμιτζάκη

23 Δεκεμβρίου 2014

Αναδημοσίευση από: doctv.gr


Πηγή: pancreta.gr