Και όλα ξεκινούν χωρίς να καταλαβαίνεις καν τον τίτλο. Τι θέλει να πει; Το δικό μου  (my)  Τραίνο; O κύριος (Mister)  Τραίνο; Ακόμη και όταν το βιβλίο αποχωρίζεται τα χέρια του αναγνώστη, δεν υπάρχει απάντηση. Μόνο που δεν έχει καμιά σημασία πια. Γιατί το Τραίνο της Πάττι Σμιθ ‘’ σ’ έδωσε ‘’ , ναι, καβαφικώ τω τρόπω, το απίστευτο ταξίδι.

Μια συμβατική παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου, -κυκλοφορεί σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ-,  δεν μπορεί παρά να πει τα γνωστά. Βασίλισσα της ροκ πανκ σκηνής γεννημένη στο Σικάγο το 1946, την τελευταία μέρα του χρόνου. Θα ζήσει στην Νέα Υόρκη από το 1967 με τον  εραστή της μετέπειτα διάσημο φωτογράφο Ρόμπερτ Μάιπλθορπ. Αυτός πειραματίζεται με μια Πολαρόιντ, εκείνη ζωγραφίζει, διαβάζει, γράφει στίχους και πάλι διαβάζει, τριγυρνά στο Μανχάταν και πάλι διαβάζει ∙ γιατί, να το πρώτο ασίγαστο πάθος της, το διάβασμα. Να συναγωνίζεται επάξια τον καφέ, το ρόφημα, και τα καφέ, τα καφενεία όπου γης. Γνωστή από το πρώτο της δίσκο, Horses, θα περάσει στο ‘’στόμα’’   του πλανήτη με το ‘’ because the night’’. Και θα γυρίσει την πλάτη στη ρόκ σκηνή, θα παντρευτεί τον κιθαρίστα Φρεντ Σόνικ Σμιθ και θα μεγαλώσει τα παιδιά τους στην εξοχή. Δημοσιεύει ποίηση, φωτογραφίζει και εκθέτει, τριγυρνά συστηματικά με ένα ‘’κομποσκίνι Πολαρόιντ,’’ και τα κουτιά με τα φιλμ, μένει με τις ώρες να παρακολουθεί ‘’ τα παλιά ρυμουλκά, τα πλωτά σπίτια και τις γαριδότρατες’’ στα κανάλια και τις λίμνες του Μίσιγκαν.  Και, αν και  ‘’οι οιωνοί είναι καλοί’’, προσηλωμένη να τους παρακολουθεί μαζί με τα όνειρά της, θα πεθάνουν σχεδόν όλοι πολύ νωρίς. Η μητέρα, τραγουδίστρια κάποτε της τζαζ, ο Ρόμπερτ στη Νέα Υόρκη, ο άντρας της Φρεντ και σ’ ένα μήνα ακολουθεί ο αγαπημένος αδελφός Τοντ.  Λοιπόν; Ναι, σε μένα το βιβλίο της έγινε σύμβολο του πως μπορείς κανείς να διαχειριστεί το πένθος. Πως μπορεί την απώλεια των αγαπημένων να την μετατρέψει σε δημιουργία. Καθώς κατεβαίνει τη νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού της και βρίσκει άπλυτα φανελάκια του Φρεντ, δεν θρηνεί, θα τα πλύνει στο χέρι και θα γράψει γι’ αυτά. Μ’ ένα σημειωματάριο πάντα στην τσέπη του μαύρου παλτού διασχίζει την Έκτη Λεωφόρο προς το καφέ του Ίνο κάθε πρωί. Εκεί η καρέκλα της, το μικρό τραπέζι, οι περαστικοί, το βιβλίο της μέρας, η καταγραφή με κάθε λεπτομέρεια των ονείρων, επιστροφή - οι γάτες πρέπει να ταϊστούν και η αγαπημένη λέγεται Κάιρο. Τα βιβλία σωρός δίπλα σε μια παλιά τηλεόραση: απαραίτητη για τις αστυνομικές σειρές που δεν χάνει. Κάποτε κουράζεται και έρχεται η ώρα των ταξιδιών, Ή, η μνήμη των περασμένων ταξιδιών. Καθώς αναζητούσε τα χνάρια των αγαπημένων της συγγραφέων, τα αποτυπώματα των βιβλίων τους που την κράτησαν ξάγρυπνη. Πάμε μαζί στη Φυλακή του Φρεν, προσκύνημα στον Ζενέ – η πέτρα που θα μαζέψει θα την φέρει κάποτε στην Ταγγέρη, να την αφήσει στον τάφο του. Πάμε στο σπίτι της Φρίντας και του Ντιέγκο, φεύγουμε για Ιαπωνία, Μουρακάμι και άυπνη σους ουρανοξύστες του Τόκιο. Μα όχι, είναι πιο ωραίος ο καφές στο Βερολίνο στο Τσο (Zoo). Και ο τάφος του Ρεμπώ; Πόση ώρα θα τον ψάχνει. Το μνήμα της Σύλβιας Πλαθ μέσα στο χιόνι. Αγάπησα την συνήθειά της να επισκέπτεται τα κοιμητήρια – όχι νεκροταφεία. Μοιάζει πιστή στην ελληνική λέξη cemetery, συναντά την μνήμη των αγαπημένων συγγραφέων της, πλένει, φέρνει λουλούδια, αφήνει πετρούλες. Δεν θρηνεί ποτέ και πουθενά, μια διάχυτη γλυκεία χαρμολύπη, ανάμεικτη με αποστάγματα των βιβλίων που ξεχώρισε,  γεμάτο το βιβλίο εικόνες, (που) ‘’έχουν έναν τρόπο να διαλύονται και να επιστρέφουν ξαφνικά’’, μέσα από μια απαράμιλλη ποιητική γλώσσα χαμηλών τόνων. Και καθώς μερικά πράγματα δεν χάνονται ακόμη και αν τα έχουμε χάσει, επιστρέφουν στην Κοιλάδα των Χαμένων Πραγμάτων, και το παλτό της μοιάζει να κλείνει το βιβλίο, το παλτό φετίχ, αυτό της ξαγρύπνιας στο λεωφορείο από την Πράγα στη Βιέννη, της ακροθαλασσιάς στη Νήσο Ουάιτ, στις αψιδωτές στοές του Παρισιού, στα καφέ του Μπουένος Άιρες. ... ‘’ η ανθρώπινη εμπειρία διατρέχει τους κόμπους της ύφανσής του. Πόσα ποιήματα αιμορραγούν από τα κουρελιασμένα μανίκια του;’’

Γι’ αυτό σας λέω: αν διαβάζετε πολύ Λογοτεχνία, αν λατρεύετε τον καφέ. Αν έχετε εμμονή με τον Ρεμπώ και τον Καμύ. Αν βλέπετε πολλά όνειρα και τα θυμάστε, και τα γράφετε προσεκτικά μέσα στη νύκτα. Αν μαζεύετε πέτρες, πετρούλες, κοχύλια και άλλα συναφή, αν χάνεστε ρεμβάζοντας στον θόρυβο των καφέ – θόρυβος που δεν σας ακουμπά – αν αγαπάτε τις γάτες, αν νοσταλγείτε το περπάτημα στις ξύλινες αποβάθρες,  αν παρακολουθείτε τους οιωνούς, αν πιστεύετε στους αγγέλους, αν λατρεύετε τα ταξίδια, τα τραίνα,  και τα περαστικά καράβια, αν σημειώνετε πάνω στα βιβλία σας ψάχνοντας τον απόηχο της πένας του συγγραφέα στη δική σας φωνή, έχετε καταλάβει την πρώτη φράση του Βιβλίου της Πάττι Σμιθ: ‘’ Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα’’ . Έτσι νομίζει. Και παραδίδει ένα βιβλίο σε δέκα εννέα χωριστά κεφάλαια που γράφει Για Όλα.

Νίκη Τρουλλινού *πεζογράφος


Πηγή: pancreta