Ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Ανεπιθύμητος Νεκρός», μια σπουδαία δημοσιογραφική έρευνα για τον πιο πολυμεταφρασμένο Έλληνα διανοούμενο, που άφησε την τελευταία του πνοή, στις 26 Οκτωβρίου του 1957.
 

Ήταν μια εκπληκτική χρονιά για τον Καζαντζάκη το 1956. Κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου της χρονιάς (η μοναδική τιμή που του έκανε όσο ήταν εν ζωή η Ελλάδα) και το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης που του απονεμήθηκε στη Βιέννη (ο Έλληνας πρεσβευτής προτίμησε να πιει μια σοκολάτα βιενουά παρά να παραστεί στην τελετή).

Ξενιτεμένος ήδη δέκα χρόνια -μόνιμος κάτοικος της Αντίμπ, έβλεπε το έργο του να αποκτά θαυμαστές στην Ευρώπη και την Αμερική και πολέμιους στην Ελλάδα. Πολέμιους φανατικούς και ισχυρούς, όπως η Ελληνική Εκκλησία, που κατέβαλλε επίμονες προσπάθειες να απαγορευτεί η κυκλοφορία των βιβλίων του και να τον αφορίσει. Και οι δύο προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Τα βιβλία του συνεχίστηκαν να πουλάνε –και να σπάνε ρεκόρ στις πωλήσεις, ενώ ο Πατριάρχης δεν υπέγραψε ποτέ τον αφορισμό του. Ωστόσο, έμεινε το ανάθεμα που του έριξε η Εκκλησία και ισχύει ακόμη.

Αντίθετα με την Εκκλησία, το ελληνικό κράτος έκανε πιο επιτυχημένες κινήσεις: Κατάφερε να του στερήσει το Νόμπελ με συστηματικό lobbying στη Στοκχόλμη, από τον εκεί πρέσβη και τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, τον διαβόητο Σπύρο Μελά – που είχε ταχθεί με άρθρο του μέχρι και υπέρ της συνεργασίας Ελλήνων και Ναζί. Ο Σπύρος Μελάς, αρθρογράφος και θεατρικός συγγραφέας, χρησιμοποίησε όλες του τις δυνάμεις όχι στο πνευματικό του έργο, αλλά στην καταστροφή -πνευματική και φυσική, του Νίκου Καζαντζάκη.

Η δολοφονία χαρακτήρα (character assassination) που επιχειρήθηκε από το Κράτος και την Εκκλησία ήδη από τη δεκαετία του '20, εντάθηκε από το 1955 κι έπειτα. Ωστόσο ο Νίκος Καζαντζάκης άντεχε, απαντώντας μόνο μέσα από την επιτυχία του έργου του.

Το 1957 ήταν άλλη μια χρονιά θαυμάσιων γεγονότων στην πολυτάραχη ζωή του. Είχε βρει την ηρεμία του μόνο τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και πλέον γευόταν τους καρπούς και την αναγνώριση της δουλειάς του. Ο ίδιος υποστήριζε πως πλέον ήταν αργά. Είχε χάσει το ένα του μάτι, είχε φτάσει κοντά στο θάνατο πολλές φορές και υπέφερε από λευχαιμία.

Γεύτηκε τον ενθουσιασμό του κοινού στο Φεστιβάλ των Καννών, όταν παρέα με τον Ζιλ Ντασέν, τη Μελίνα Μερκούρη και τη σύζυγό του, Ελένη, βρέθηκαν στην προβολή της ταινίας He Who Must Die και έτυχε αποθεωτικής υποδοχής από κοινό, κριτικούς και δημοσιογράφους. (Η ταινία ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, που υπέγραφε σκηνοθετικά ο Ντασέν και πρωταγωνιστούσε η Μερκούρη).

Το ταξίδι στην Κίνα και την Ιαπωνία έμελλε να είναι το τελευταίο του. Ίσως να το γνώριζε και ο ίδιος, ωστόσο είχε γοητευτεί τόσο πολύ στην παρθενική του επίσκεψη στα βάθη της Ασίας που ήταν ανένδοτος στις επιφυλάξεις της συζύγου του.

Οι Ιάπωνες και -κυρίως- οι Κινέζοι τον υποδέχθηκαν με τιμές. Όμως το σώμα του πλέον ήταν αδύναμο. Κατά την επιστροφή τους αρρώστησε. Εισήχθη σε νοσοκομείο της Κοπεγχάγης, όπου έγιναν λάθος διαγνώσεις. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ, στην έδρα των γιατρών που παρακολουθούσαν επί χρόνια την πορεία της υγείας του.

Αν και όλα έδειχναν πως έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο, ένας τριήμερος πυρετός – εξαιτίας της ασιατικής γρίπης που θέριζε την πόλη εκείνη την εποχή, ήταν αρκετός. Η Ελένη Καζαντζάκη του έκλεισε τα μάτια τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1957.

Τα όσα τραγικά συνέβησαν τις επόμενες δέκα ημέρες, μέχρι την κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη, περιγράφει στο μυθιστόρημά του ο Γιώργος Πράτανος, Ο Ανεπιθύμητος Νεκρός. Παρότι μυθιστόρημα, βασίζεται στα αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μέχρι την ταφή. Τον τρόπο που η Εκκλησία θέλησε να σκυλεύσει τον Ανεπιθυμητό Νεκρό, τα αποτρόπαια γεγονότα έξω από την Εκκλησία του Αγίου Μηνά, μέσα από τα μάτια του Φρέντυ Γερμανού που ήταν εκεί, για να καταγράψει τα γεγονότα για λογαριασμό της εφημερίδας Ελευθερία.

Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ο Ανεπιθύμητος Νεκρός.

1540481080780-pratanos

Απόσπασμα, Ο Ανεπιθύμητος Νεκρός (Κεφάλαιο 1)

Φράιμπουργκ, 26 Οκτωβρίου 1957

«Tι έγινε; Τον βρήκατε τελικά τον Θεό σας;», ρώτησε η Ελένη τον σύζυγό της με παιγνιώδη διάθεση και την επιθυμία να ξεκινήσει μια κουβέντα που θα βοηθούσε εκείνον να ξεχάσει για λίγο τον πόνο του και εκείνη να ελέγξει τη διαύγειά του.

«Όχι».

«Και δεν θα τον βρείτε;» επέμεινε, σαν να μην την αποθάρρυνε το ξερό «όχι» που εισέπραξε· σαν εκείνος να είχε άφθονο χρόνο μπροστά του.

«Θα τον βρουν άλλοι», της απάντησε κατάκοπος. Και σώπασε. Μαζί του σώπασε και η Ελένη, που ευχόταν αυτή η σιωπή να είναι παροδική. Η ευχή της πραγματοποιήθηκε, αλλά όχι με τον τρόπο που επιθυμούσε.

«Νερό!» φώναξε ξαφνικά ο σύζυγός της. «Νερό!»

Του έδωσε αμέσως. Έπειτα του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά, σαν να φοβόταν μην τον πονέσει. Η σιωπή έφερε την ακινησία. Και η νεκρική σιγή που κυριάρχησε στο κατάλευκο δωμάτιο κατέρρευσε στο ξέσπασμά της:

«Δώσ’ μου την ευχή σου, καλέ μου. Κάνε να ακολουθήσω τον δρόμο που χάραξες», είπε πνιχτά, ανάμεσα σε λυγμούς.

Έπειτα, αργά και προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά, έκλεισε με το αριστερό χέρι της τα μάτια του και με το δεξί τα δικά της, μόνο που τα δάκρυα ήταν ασυγκράτητα.

Η Ελένη καθόταν σε μια λιτή ξύλινη καρέκλα δίπλα στο λευκό μεταλλικό κρεβάτι, εκεί όπου τα λευκά σεντόνια σκέπαζαν το άψυχο σώμα του αγαπημένου της συζύγου. Δεν είχε καταλάβει πόσο πιεστικά έσφιγγε το χέρι του ούτε πόσο ιδρωμένο ήταν το δικό της, σε αντίθεση με εκείνου.

Ούτε θυμόταν πόση ώρα έμεινε γερμένη επάνω του, αναίσθητη, με το μέτωπό της να ακουμπά στο δεξί του πλευρό, σαν να συμπαραστεκόταν στην ακαμψία του κορμιού του.

Σε εκείνο το ψυχρό κατάλευκο δωμάτιο του νοσοκομείου του Φράιμπουργκ όλα είχαν παγώσει − ακόμα και ο χρόνος.

Το μυαλό της πετούσε από τη μια εποχή στην άλλη, σε κάθε κοινή τους στιγμή, λαμπρή ή ζοφερή, ευτυχισμένη ή σπαρακτική. Σίγουρα ο ένας από τους δύο, σε εκείνη την κακοφωτισμένη κατάψυξη, έβλεπε να περνά μπροστά από τα μάτια του η κοινή τους ζωή.

Δεν είχαν περάσει δέκα μέρες, απ’ όταν, στο ίδιο δωμάτιο, ο σύζυγός της χαμογελούσε θριαμβικά διαβάζοντας ένα τηλεγράφημα που είχε σταλεί από το Πεκίνο: «Η Επιτροπή Ειρήνης της Κίνας έμαθε για την ασθένειά μου και έχουν στείλει χρήματα για τα νοσήλια και τη θεραπεία μου», της ανακοίνωσε ενθουσιασμένος.

Τη λύτρωση που ένιωσε τότε την είχε βιώσει περισσότερες από 15 φορές στη ζωή της − όσες και οι στιγμές που δεν είχαν χρήματα για να προγραμματίσουν ούτε καν το επόμενο τριήμερο.

«Φυσικά, δεν μπορούμε να δεχτούμε την προσφορά τους. Δεν θα φάμε ούτε ένα σπυρί ρύζι που ανήκει στον λαό τους», της είπε. Μάλιστα της ζήτησε να στείλει αμέσως τα χρήματα πίσω και να προσέξει ιδιαίτερα να μη χαθεί ούτε δεκάρα λόγω των διαφορών στην ισοτιμία. Ακόμη θυμόταν εκείνο το αλλόκοτο αίσθημα περηφάνιας που ένιωθε καθώς κατευθυνόταν προς την τράπεζα σκυθρωπή.

Προσπαθούσε επίμονα να ανακαθίσει στο κρεβάτι του, υπομένοντας σιωπηλά τον πόνο και την αδυναμία του κορμιού του, απλώς και μόνο για να ακούσει τις ιστορίες που ο επισκέπτης του είχε να διηγηθεί.

Το ίδιο συναίσθημα την κατέκλυσε και εκείνο το απόγευμα, εννιά ημέρες πριν, όταν οι δυο τους έμαθαν πως η Σουηδική Ακαδημία θα απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον νεαρό Γάλλο Αλμπέρ Καμί. «Λένοτσκα», της βροντοφώναξε, «ελάτε να με βοηθήσετε να γράψουμε ένα ένθερμο τηλεγράφημα. Ο Χιμένεθ, ο Καμί, να δυο άνθρωποι που άξιζαν να πάρουν αυτό το βραβείο. Ελάτε να στείλουμε τα πιο θερμά συγχαρητήριά μας».

Αυτή θα ήταν και η τελευταία από μια σειρά χιλιάδων επιστολών που είχε συντάξει στη ζωή του. Για ένατη φορά το Νόμπελ θα κατέληγε σε άλλα χέρια, όχι γιατί ο σύζυγός της δεν το άξιζε αλλά γιατί η πατρίδα του αρνιόταν πεισματικά να δεχθεί ότι ένας «άθεος κομμουνιστής» μπορούσε να της κάνει ένα τόσο πολύτιμο δώρο. Η τελευταία αυτή συγχαρητήρια επιστολή, με την οποία αποχαιρέτησε με τόσον αλτρουισμό, τόση γενναιοδωρία και μεγαλοσύνη τον μικρόψυχο κόσμο στον οποίο έζησε, έμοιαζε το ιδανικότερο κύκνειο άσμα του.

Και πάλι, μήπως ήταν τυχαίο που ο τελευταίος άνθρωπος που τον είχε επισκεφτεί −δύο ημέρες πριν− ήταν ο φίλος του και κάτοχος Νόμπελ Ειρήνης Άλμπερτ Σβάιτσερ;

Ήταν η τελευταία φορά που άνοιξε την αγκαλιά του για να χαιρετήσει κάποιον εγκάρδια, στην έσχατη –ευχάριστη τουλάχιστον− έκπληξη που έζησε. Προσπαθούσε επίμονα να ανακαθίσει στο κρεβάτι του, υπομένοντας σιωπηλά τον πόνο και την αδυναμία του κορμιού του, απλώς και μόνο για να ακούσει τις ιστορίες που ο επισκέπτης του είχε να διηγηθεί. Και σε κάθε κρίσιμη αποστροφή του λόγου του φιλοσόφου, γιατρού και ανθρωπιστή, το βλέμμα του άστραφτε και το πνεύμα του αντιστεκόταν στη φθορά του σώματός του.

Οι εικόνες αυτές απορροφήθηκαν από το λευκό των τοίχων, όταν οι νοσοκόμες, ανάστατες, μπήκαν στο δωμάτιο διαταράσσοντας το θυμικό. Η Ελένη έστρεψε το πρόσωπό της για να μην τη δουν και το βλέμμα της καρφώθηκε στο χάρτινο καραβάκι πάνω στο κομοδίνο, δώρο των πολιτικών κρατουμένων στη Φυλακή της Κέρκυρας που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Πόσες ώρες το περιεργαζόταν, πόσα υπερπόντια ταξίδια να έκανε! Να σκεφτόταν άραγε πως σύντομα θα τους συναντούσε; αναρωτήθηκε.

Ήθελε να πει στις νοσοκόμες να κλειδώσουν την πόρτα και να τους αφήσουν μαζί για πάντα εκεί μέσα, στην παγωνιά τους, αλλά η αξιοπρέπειά της και η σκέψη πως ο σύζυγός της θα είχε άλλα σχέδια για εκείνη συγκράτησαν τόσο την ίδια όσο και τον τεράστιο λυγμό που πήγε να βγει από τα σωθικά της. Έστρεψε το πρόσωπό της προς το παράθυρο.

Η Ελένη γύρισε ξανά το κεφάλι της και ακούμπησε το μέτωπό της στα γόνατα. Τόσα θαύματα είχε ζήσει πλάι του, γιατί να μη βίωνε ακόμα ένα;

Είδε τρία-τέσσερα αστέρια να την κοιτούν, αλλά αυτά δεν τα ντράπηκε όταν επέτρεψε και πάλι στα μάτια της να τον θρηνήσουν. Βγήκε από το δωμάτιο και άρχισε να περπατάει γρήγορα, με βήμα ασταθές, πότε συγκρατώντας τα πόδια της, που ήθελαν να τρέξουν, και πότε αφήνοντάς τα να επιταχύνουν, όταν αντιλαμβανόταν πως η έξοδος ήταν ακόμη μακριά.

Το άνοιγμα της κεντρικής πόρτας απελευθέρωσε την ίδια και την καταπιεσμένη κραυγή της. Καθισμένη στα σκαλοπάτια του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Φράιμπουργκ, μια γυναίκα έκλαιγε μόνη. «Δεν είναι η πρώτη», θα μπορούσε να συλλογιστεί ένας περαστικός. «Ούτε η τελευταία», θα μπορούσε να συμπληρώσει ένας άλλος, που διέσχιζε το φωτεινό μονοπάτι προς την αντίθεση κατεύθυνση και διάβασε τη σκέψη του προηγούμενου. Το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε την Ελένη εκείνη τη στιγμή ήταν τι θα σκέφτονταν οι διάφοροι περαστικοί.

Το μυαλό της κατακλυζόταν από διαλόγους και ατάκες, από στιγμές πρόσφατες και έντονες που δεν είχε προλάβει να συλλογιστεί. Όπως τότε που του εκμυστηρεύτηκε τη μύχια σκέψη της, όταν οι γιατροί στη Δανία άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο να του κόψουν το δεξί χέρι, στο οποίο είχε ανοίξει μια τεράστια πληγή εξαιτίας του εμβολίου που του είχαν κάνει για να ταξιδέψει στην Κίνα. «Αν σας το έκοβαν, θα σας σκότωνα και θα μετά θα σκοτωνόμουν κι εγώ», του είχε πει. «Θα με σκοτώνατε;» της είχε αντιγυρίσει έκπληκτος εκείνος. «Ναι», είχε επιμείνει. «Συγγραφέας… δίχως το δεξί του χέρι… Και να μην μπορείτε να υπαγορεύσετε… Να ’ταν τουλάχιστον το πόδι…». «Και το πόδι, φρικτό θα ήταν», της είχε απαντήσει. Λίγα λεπτά αργότερα θα της ζητούσε χαρτί και μολύβι και θα δοκίμαζε να γράψει με το αριστερό.

Το ζεστό χέρι που ένιωσε στον ώμο της την τάραξε. Ζει, ήταν η σκέψη που πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της, αλλά εκδιώχθηκε ακαριαία από το συμπονετικό βλέμμα της Ταπίτα Σβέτσερ, της καλόγριας νοσοκόμας του, η οποία δεν έφυγε λεπτό από κοντά του. Η Ελένη γύρισε ξανά το κεφάλι της και ακούμπησε το μέτωπό της στα γόνατα. Τόσα θαύματα είχε ζήσει πλάι του, γιατί να μη βίωνε ακόμα ένα;

Αυτή η πολύχρονη φροντίδα τελείωσε απόψε. Πλέον θα πρέπει να βγει ξανά στο φως, χωρίς προστάτη, χωρίς σκιά. Όλα θα ζουμάρουν τώρα σε εκείνη − μάτια, κάμερες, φωτογραφικές μηχανές.

Το μόνο οριστικό στη ζωή είναι ο θάνατος. Προετοιμαζόταν καιρό για αυτόν τον αποχωρισμό, κι ας μην παραδέχθηκε τίποτε μπροστά του. Μήπως παραδέχθηκε εκείνος μπροστά της το φευγιό του;

Καθώς η νοσοκόμα την οδηγούσε στον γιατρό, η Ελένη μεταμορφωνόταν… Όταν μπήκε στο γραφείο του, το κορμί της ήταν ίσιο και το κεφάλι της δεν κοιτούσε πλέον στο έδαφος. Δεν ήταν μια ακόμα γυναίκα που είχε χάσει τον σύζυγό της… Ήταν η χήρα ενός σπουδαίου άνδρα, η εκπρόσωπός του πάνω στη Γη.

Ο καθηγητής Χαϊλμάγιερ τον υποδέχτηκε περίλυπος. Είχε συνδεθεί περισσότερο από τα επιτρεπτά όρια με τον συγκεκριμένο ασθενή. Μόλις την είδε, της έσφιξε τα χέρια. Πόσο ρόλο παίζουν τα χέρια σε τέτοιες στιγμές κανείς δεν το συνειδητοποιεί. Λες και οι ψυχές επικοινωνούν με αυτά.

Εκείνος ήταν απογοητευμένος, εκείνη δυνατή − πόσο παράδοξο! Της μιλούσε αναστατωμένος, πότε αγγλικά, πότε γερμανικά. Δεν τον άκουγε. Από το παράθυρο του γραφείου παρακολουθούσε το σκοτάδι να απορροφάται από το έδαφος και σκέφτηκε πως ξημέρωνε η πρώτη ημέρα χωρίς εκείνον έπειτα από τριάντα τρία χρόνια. Ήταν η αυγή μιας νέας ζωής; Πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει κάτι καινούριο τη στιγμή που κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της αντίκριζε τη μορφή του; Όχι. Τίποτε δεν άρχιζε, γιατί τίποτε δεν τελείωνε.

Αυτήν τη φορά τα σκαλοπάτια μέχρι το δωμάτιο της φαίνονται λιγότερα από πριν, ωστόσο νιώθει τους μυς των ποδιών της να καίνε. Προσπαθεί να δώσει κουράγιο στον εαυτό της, να σταθεί με αξιώσεις απέναντι σε όλο αυτό που έρχεται. Τόσα χρόνια στη σκιά του ψηλόλιγνου Κρητικού, και τώρα θα πρέπει να βγει μόνη της στο φως. Στη σκιά του… Σε αυτήν τη σκιά χρωστούσε τη συναρπαστική ζωή της.

Ήταν το βράδυ της 17ης Μαΐου 1924 όταν γνωρίστηκαν οι δυο τους. Η Ελένη είχε ακούσει για εκείνον απαίσιες φήμες από την πρώην σύζυγό του, γνωστή συγγραφέα, η οποία τον διέβαλλε στους κύκλους της αθηναϊκής διανόησης. Τι κοινότοπο για μια πρώην, κι ας ήταν συγγραφέας! Κι όμως, η Ελένη περπατούσε με εκείνη την παρέα που θα ανέβαινε στην Πεντέλη, για να βρεθεί τα ξημερώματα στην παραλία της Ραφήνας. Το φεγγάρι σχεδόν μεσουρανούσε όταν τον ξεχώρισε από το τσούρμο των είκοσι ατόμων. Ψηλός και στητός. Όσο και αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι της είχε πρωτοπεί. Αντιθέτως, θυμόταν σαν να ήταν τώρα πόσο μεγάλη εντύπωση της έκαναν τα δύο βαθιά αυλάκια στο πρόσωπό του. Ανέβηκαν στο ίδιο βαγόνι. Εκείνος δεν την άφηνε από τα μάτια του. Την πλησίαζε μεθοδικά, πόντο με τον πόντο, μέχρι που πια βρέθηκαν δίπλα δίπλα, και τότε της έκανε τρεις ερωτήσεις, αφορμή για να της πιάσει την κουβέντα: «Ποιον συγγραφέα προτιμάτε;», «Ποιο χρώμα αγαπάτε;», «Ποια ήταν η μεγαλύτερη χαρά της ζωής σας;».

Όταν έφτασαν στην παραλία, εκείνη κάθισε στην αμμουδιά με τα ρούχα, γιατί δεν είχε πάρει μαζί της μαγιό. Και εκείνος, αν και αγαπούσε τόσο τη θάλασσα, της γύρισε την πλάτη, κι έμεινε όρθιος, με το πρόσωπό του στραμμένο στην Ελένη. Τη ρωτούσε για όλα όσα της άρεσαν, της έλεγε ιστορίες από τους τόπους που είχε επισκεφθεί, την έκανε να γελάει… Και φρόντιζε, έτσι όπως στεκόταν, να της κάνει σκιά, να μην την ενοχλήσει ο ήλιος και του φύγει. Όλη την ημέρα μετακινούνταν ανάλογα με την πορεία του ήλιου, κι εκείνη απολάμβανε να βρίσκεται στη σκιά του. «Είμαι Αφρικανός εγώ, αγαπώ τον ήλιο. Για σας, λεπτεπίλεπτη Αθηναία, πρέπει να φροντίσουμε», της είχε πει και το έκανε επί 33 χρόνια.

Ποτέ της δεν είχε ονειρευτεί τέτοια επιστροφή στην πατρίδα της. Τη φανταζόταν με εκείνον όρθιο και χαμογελαστό, με το βραβείο Νόμπελ στις αποσκευές του, δώρο για τον ελληνικό λαό.

Αυτή η πολύχρονη φροντίδα τελείωσε απόψε. Πλέον θα πρέπει να βγει ξανά στο φως, χωρίς προστάτη, χωρίς σκιά. Όλα θα ζουμάρουν τώρα σε εκείνη − μάτια, κάμερες, φωτογραφικές μηχανές… Θα είναι αυτή τώρα που θα πρέπει να απαντάει στις επιθέσεις των παντοδύναμων εχθρών του. Θα συνεχίσουν να τον κυνηγούν και νεκρό; Το βλέμμα της στέκεται για μια στιγμή στο άδειο κρεβάτι. Ο ίδιος λυγμός που την έπνιξε λίγες ώρες πριν, ξεσπά και πάλι. Τρέχει προς το παράθυρο, το ανοίγει με ορμή και αφήνει την πικρή εκπνοή της στην υγρή ατμόσφαιρα. Τα δάκρυα φεύγουν από τα μάτια της και σκάνε οργισμένα στις λευκές πλάκες. Σε αυτό το παράθυρο στεκόταν περιμένοντάς την κάθε φορά που πήγαινε να του φέρει βιβλία και εφημερίδες. Και κάθε που επέστρεφε, τον έβλεπε από μακριά να την αναζητεί με το βλέμμα, όρθιος μπροστά στο παράθυρο, ακόμα και για ώρες.

Πλέον είχε να τακτοποιήσει τις πιο ανυπόφορες εκκρεμότητες της ζωής της. Να ειδοποιήσει τους ανθρώπους τους στην Κρήτη και στην Αθήνα για τον χαμό του. Πήρε και άλλες βαθιές ανάσες. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτε άλλο από γκρίζα σύννεφα.

Ποτέ της δεν είχε ονειρευτεί τέτοια επιστροφή στην πατρίδα της. Τη φανταζόταν με εκείνον όρθιο και χαμογελαστό, με το βραβείο Νόμπελ στις αποσκευές του, δώρο για τον ελληνικό λαό. Πλέον, η πραγματικότητα δεν ήταν με το μέρος της. Η Εκκλησία, το Παλάτι, οι παρακρατικοί τούς κυνήγησαν ανελέητα, ακόμα και όταν εγκατέλειψαν την Ελλάδα, έντεκα χρόνια πριν. Οι επιθέσεις λυσσαλέες, ακόμα και από «συναδέλφους» του. Άραγε δεν θα έχουν μαλακώσει μετά την είδηση; αναρωτήθηκε. Κι άρχισε να πλέκει έναν βολικό συλλογισμό με λογικά επιχειρήματα, λες και έχει το μίσος λογική: Είναι πλέον νεκρός. Δεν κάλεσε κανέναν αναγνώστη ποτέ να κάνει κάτι κακό, δεν υποχρέωσε κανέναν να διαβάσει τα βιβλία του… Θα έχει καταλαγιάσει όλος αυτός ο πόλεμος… ήταν οι καθησυχαστικές σκέψεις που λειτούργησαν μέσα της καταπραϋντικά.

Έγειρε ελαφρά προς τα μέσα και έκλεισε το παράθυρο. Δύο λεπτά αργότερα περνούσε την πύλη του νοσοκομείου με κατεύθυνση το ταχυδρομείο. Τα τηλεγραφήματα που ανάγγελλαν το τέλος του συζύγου της στάλθηκαν σε Αθήνα, Ηράκλειο και Θεσσαλονίκη, σε συγγενείς και φίλους.


Πηγή: vice.com