φωτο: πίνακας Γιώργος Ρόρρης

Άνοιξε τα μάτια και περίμενε. Άφησε να περάσουν από πάνω της σαν οδοστρωτήρας οι λέξεις της νύχτας. Έπειτα σηκώθηκε.
Το ανοιξιάτικο φως την ξάφνιασε. Ήταν προετοιμασμένη για έναν χειμώνα που στο μυαλό της είχε διαστάσεις μεσαίωνα και τούτες οι πολύχρωμες φωτεινές ανταύγειες που χόρευαν στο τζάμι του παραθύρου αναστάτωσαν τη ψυχή της. Ντύθηκε μηχανικά μα απέφυγε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Να απαριθμήσει ρυτίδες, απογοητεύσεις, απογεύματα, χρόνια. Οχτώ του Μάρτη. Ήταν η μέρα της. Έκλεινε τα πενήντα. Μια περιρρέουσα κατάθλιψη ήταν το δώρο προς τον εαυτό της.
Πόσο ακριβώς ζύγιζε μισός αιώνας ζωής; Και σε πόσα καράτια θλίψεις και δάκρυα και κούραση αναλογούσε; Έπρεπε να εφεύρει μια ολοκαίνουργια μονάδα μέτρησης βάρους επιθυμιών, πόθων, πραγμάτων που έλειπαν ή πονούσαν. Η άμμος της χαράς κόντευε να τελειώσει στη κλεψύδρα.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Το έπιασε και άκουσε τη φωνή του. Τα μαύρα σύννεφα διαλύθηκαν. Βγήκε στα βλέφαρά της ένας θαμπός, βελουδένιος ήλιος.
"Τι σκοπούς έχει για τη σημερινή μέρα η εορτάζουσα;" τη ρώτησε.
"Η εορτάζουσα δεν έχει κέφια, λέει να πάρει έτσι στο άσχετο τους δρόμους, για να ξεχαστεί και να ξεχάσει τον αριθμό των κεριών στην τούρτα" ξεφύσηξε αέρα και ανεπαίσθητες απογνώσεις.
"Θα παρακαλέσω την εορτάζουσα να συνέλθει και να βγει ραντεβού μαζί μου. Διαφορετικά θα έρθω σπίτι της να κάνουμε πικ νικ στο κρεβάτι". Γέλασε. Το γέλιο του κι αυτός ο κόμπος στην κοιλιά ήταν και τα πενήντα καλοκαίρια της. Έγνεψε αποκαρδιωμένα ναι, ένα ναι που εκείνος δεν ήταν σε θέση να το δει ή να το αντιληφθεί και κατέβασε το ακουστικό.
Δεν είχε πια καιρό για ερωτικά παιχνίδια. Ή μήπως είχε;
Διάβασε το τελευταίο του μήνυμα. Έρωτας είναι μια καλή συζήτηση. Ένα ωραίο τραγούδι, που το ακούς συνεχόμενα και νιώθεις ερωτευμένος μέχρι τα μπούνια. Έρωτας είναι να μετράω φιλιά πριν κοιμηθώ. Τα φιλιά σου. Να ξυπνώ και να μετρώ χαμόγελα. Έρωτας είναι οι τσιμπιές στο στομάχι μου και μια θαυμάσια κράμπα στο στήθος. Έρωτας είναι να θέλω σαν τρελός να σε πάρω τηλέφωνο. Να σε βλέπω στην οθόνη και να λαχταρώ να τη γλείψω.
Σήκωσε πάλι το ακουστικό και πίεσε τα ψηφία του έρωτα ένα προς ένα.
"Μου αρέσεις" είπε ήσυχα.
"Τι σημαίνει αυτό;" αναρωτήθηκε. Σα να ακροβατούσε άπνοος στη τηλεφωνική γραμμή, έτοιμος να αρπαχτεί από οποιοδήποτε σήμα.
"Σημαίνει, ότι δε θα σου πω σ' αγαπώ και σε θέλω. Δε χρειάζεται. Αυτά είναι αντιδράσεις της καρδιάς και του σώματος. Τις περισσότερες φορές στιγμιαίες. Μου αρέσεις. Και μου αρέσει που μου αρέσεις. Πολύ. Κάτι συμβαίνει στο μυαλό μου... κι εδώ, τώρα, στο μυαλό ξεκινούν απ'την αρχή τα πάντα... σήμερα γίνομαι πενήντα."
"Και μένα μου αρέσεις. Όπως είσαι. Με όλα τα μοναδικά, υπέροχα χρόνια σου που έφτιαξαν το πλάσμα που είσαι. Έρχομαι και θέλω να τα βρω εκεί και τα πενήντα."
"Έλα".
Προχώρησε στον καθρέφτη. Πλησίασε το πρόσωπο στην αντανάκλαση της γυναίκας, ακούμπησε με τα ακροδάχτυλα μια μια, τις γραμμές, τις καμπύλες, τις σκιές της ζωής της. Κι ύστερα έσμιξε τα χείλη της με τα δικά της. Μου αρέσεις ψιθύρισε. Και μεμιάς γύρισε ανάποδα την κλεψύδρα.

Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη

Βιογραφικό

Η Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη κατάγεται από το Ηράκλειο, κυκλοφορούν δυο βιβλία της, «το ραντεβού» και η «Κερασία», ενώ έπεται το τρίτο της μυθιστόρημα. Έχει γράψει ακόμα μια ανέκδοτη συλλογή με μικρά ποιήματα και χαϊκού. Πολλά διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και διαδικτυακό τύπο. Διατηρεί ένα μπλογκ τέχνης, το afroui • me & myself (afrouif.tumblr.com) και μια καλλιτεχνική στήλη (afrouiσματα) σε λογοτεχνική ιστοσελίδα. Τη βρίσκετε στο Twitter ως @afroui και στο Facebook με το όνομά της.


Πηγή: pancreta