Όσους μπάφους και τρίφυλλα κι αργιλέδες και αν κάνουν οι σημερινοί παράφοροι και ταλαντούχοι νεαροί μπουζουξήδες, αποκλείεται να παίξουν σαν και τον Μάρκο.

Με τις πληροφορίες και τις δυνατότητες που υπάρχουν διαθέσιμες σήμερα, καθένας προικισμένος πιτσιρικάς μπορεί κάπως τεχνικά να τον προσεγγίσει και να αποσπάσει ευνοϊκά σχόλια για την δεξιοτεχνία του.   

Όμως ο Βαμβακάρης είναι το ίδιο το έργο του. Δεν έχει κάνα μυστικό κίνητρο. Ακόμα κι αν το βρει κανείς, θα δει ελάχιστες απαντήσεις.  

Ούτε βιογραφικά δράματα, ούτε βαρειές ψυχολογικές μεταπτώσεις και παράδοξα. Αυτή ήταν η σκληρή και διαβατάρικη ζωή του και την ακολουθούσε όπως ερχόταν. Σαν ποινή αμετάκλητη.  

Ο Μάρκος, χωρίς να το ξέρει, έπαιζε απλά, Μπουζούκι.  Τα υπόλοιπα είναι λόγια που λέμε κατά λάθος και κατ΄ επανάληψη, σε κύκλους που ζητάνε διαρκώς επιβραβεύσεις.

Και, τι να λέμε τώρα, δεν θα ξαναπαίξει ποτέ κανένας σαν και αυτόν. Όποιος αμφιβάλλει, ας κάνει τον κόπο να πάει νύχτα, και να επιστρέψει, από την ασυνάρτητη τώρα «Κρεμμυδαρού». 

Και να΄ ρθει να μας πει μετά τι καταλαβαίνει από αυτόν τον πολύπαθο μάγκα που αλήτευε σε κείνα τα μέρη, για να εξομολογηθεί αργότερα με την αφοπλιστική αθωότητα που έχει κανείς στην αποδρομή του, "Γουστάρω τις γυναίκες και τα τριαντάφυλλα. Και μ΄ αρέσουν οι ψυχές σαν τη δική μου".  

Υπόψιν, ότι, αυτός ο αξιοπρεπής άνθρωπος, όταν άρχισαν να του φέρονται υποτιμητικά οι δισκογραφικές, ξεστόμισε ένα πικρό "Α, τις χαμούρες..." κι αποτραβήχτηκε σπίτι του, αντί να τους ικετεύει για ένα μεροκάματο... Είχαν προηγηθεί βέβαια ταπεινώσεις. Όπως αυτή που διηγήθηκε κάποτε ο εξαιρετικός Δήμος Μούτσης, όταν περιμένοντας τη σειρά του, είδε έναν τζιτζιφιόγκο μάναντζερ μεγάλης εταιρείας, να δίνει μια και να πετάει μεγαλοπρεπώς από το γραφείο του στο πάτωμα τις παρτιτούρες του Μάρκου. "Ντράπηκα τόσο- είπε ο σεμνός Μούτσης- που πετάχτηκα από την καρέκλα μου και τις μάζεψα. Σε ποιόν αυτά; Στον Μάρκο!..".

Πηγή


Πηγή: pancreta