Στο κέντρο που εμφανίζονταν στο Ηράκλειο για λίγες μέρες το 1935 οι Μάρκος, Μπάτης, Δελιάς και Μπαγιαντέρας, πήγαινε και τους άκουγε κάθε βράδυ ένας λεβεντάνθρωπος κρητικός που πάντα φαινόταν στεναχωρημένος. Ο Μπάτης τον κατάλαβε και ενδιαφέρθηκε να μάθει τι τον απασχολεί.

Το πρόβλημα του Κρητικού ήταν ότι είχε ένα πουλάρι που δεν μπορούσε να το πλησιάσει άνθρωπος. Το είχε κλεισμένο σ’ έναν στάβλο με σιδερένιες πόρτες και πλησίαζε μόνο για να το ταΐσει. Ο Μπάτης αμέσως επινόησε την πλάκα που θα έστηνε στον Κρητικό. Γέλασε με το πρόβλημά του, υποσχόμενος ότι την επομένη το μεσημέρι θα έκανε μια βόλτα επάνω στο πουλάρι. Ο Κρητικός ενθουσιάστηκε και είπε στον Μπάτη ότι σε περίπτωση που ημέρευε το ζώο θα του χάριζε ένα χιλιάρικο. Όταν ο Μπάτης έφτασε έξω από το στάβλο του κρητικού, την επόμενη μέρα, ζήτησε από τους παραβρισκόμενους να πάνε μακριά και να τον περιμένουν να εμφανιστεί καβάλα στο πουλάρι. Καθώς απομακρυνόντουσαν, ο Κρητικός, ο Μάρκος, ο Δελιάς και ο Μπαγιαντέρας, το πουλάρι κόντεψε να γκρεμίσει το στάβλο. Ο Κρητικός φοβήθηκε ότι το ζώο θα σκότωνε τον Μπάτη. Όμως, μετά από λίγη ώρα, τον είδαν έκπληκτοι, καμαρωτό-καμαρωτό, να κάνει τσαλιμάκια πάνω στο πουλάρι. Μάλιστα, έβαλε και τον Κρητικό να κάνει μια μικρή βόλτα.

Μετά την μίνι επίδειξη, ο Μπάτης τσέπωσε το χιλιάρικο που του είχε τάξει ο ενθουσιασμένος πλέον φίλος του και μαζί με την κομπανία του τράβηξε για το λιμάνι του Ηρακλείου, απ’ όπου και πήραν το πλοίο για τον Πειραιά. Την στιγμή που το καράβι έλυνε, είδαν τον Κρητικό να έρχεται τρέχοντας, έξαλλος, καβάλα σ’ ένα άλογο πυροβολώντας με την καραμπίνα του κατά του Μπάτη. Τι είχε όμως συμβεί; Τότε μάθανε και οι άλλοι. Ο αθεόφοβος Μπάτης μόλις πλησίασε το παράθυρο του στάβλου, άναψε μια τσίκα χασίσι και την πέταξε μέσα. Σιγά σιγά ο στάβλος ντουμάνιασε και το πουλάρι είχε μαστουρώσει. Έτσι ο Μπάτης μπήκε και το καβάλησε, ήταν όμως βιαστικός φοβούμενος μην τελειώσει η επίδραση της ουσίας στο ζώο. Με την επιστροφή του όμως στο Πειραιά, ο Μπάτης έδειξε ότι δεν ήταν ένας κοινός απατεώνας αλλά πολύ περισσότερο ένας αστείρευτος πλακατζής. Έστειλε πίσω το χιλιάρικο στον κρητικό, ο οποίος σε ένα μεταγενέστερο ταξίδι του στην Αθήνα συνάντησε τον Μπάτη και από τότε έγιναν αδερφικοί φίλοι.

Πηγές: Διαδίκτυο  Τάσος Σχορέλης , Ρεμπέτικη Ανθολογία


Πηγή: pancreta