Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω. Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.
Για να βοηθήσει την οικογένεια της, δεκατριάχρονο κοριτσάκι ακόμα, πιάνει δουλειά σε εργοστάσιο ως κορδελιάστρα. Πάντα, όμως, είτε ανάμεσα στις κλωστές και τα καρούλια, είτε στις ανθισμένες μυγδαλιές της Αγίας Βαρβάρας, η Βίκυ έχει ένα τραγούδι στο στόμα. Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.
Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι Χάθηκε το φεγγάρι στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Είναι η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη.
Τα τρένα που φύγαν, Τα δειλινά, Οι μετανάστες, Τα αρχοντορεμπέτικα είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ' όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.
Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος. Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.
Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού. Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που την διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.
Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.
Η Βίκυ Μοσχολιού πέθανε, χτυπημένη από την επάρατο νόσο, στις 16 Αυγούστου του 2005.
Πηγή:sansimera
 
Ένας δίσκος ήρθε απ' τα παλιά...

Προσωπικά πιστεύω ότι είναι ο καλύτερος δίσκος από κάθε άποψη της αξέχαστης ερμηνεύτριας. Είναι μόλις ο δεύτερος που κάνει στην καριέρα της με καινούργια τραγούδια μετά τις «Στροφές» του Δήμου Μούτση, μια και τότε οι προσωπικοί δίσκοι βασίζονταν περισσότερο σε συλλογές από 45άρια και συμμετοχές σε «πολυσυλλεκτικές» δουλειές. Το 1977 βεβαίως που κυκλοφορεί αυτό το αριστούργημα, το εν λόγω μοντέλο έχει ήδη αρχίσει να εξαφανίζεται και δίνει τη θέση του σε τραγούδια που γράφονται για να εκδοθούν όλα μαζί.

Με τον Γιάννη Σπανό η Βίκυ Μοσχολιού είχε συνεργαστεί για πρώτη φορά το 1970 στο «Σαββατόβραδο», όπου είχε ερμηνεύσει σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου τέσσερα τραγούδια εκ των οποίων είναι πασίγνωστο το «Ξύπνησε η πόλη» και αρκετά γνωστά «Τα χέρια» και το «Πειραιωτάκι».

Η δεύτερη φορά είναι και η καλύτερη, αφού ο δίσκος που εξετάζουμε δεν έβγαλε απλώς επιτυχίες, αλλά ορισμένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Να μιλήσουμε για το συγκλονιστικό «Άνθρωποι μονάχοι»; Για την εκπληκτική «Μαρκίζα»; Για το αλέγκρο «Ναύτης βγήκε στη στεριά» (που αρχικά δεν άρεσε στη Μοσχολιού); Για το ταξιδιάρικο «Σ' ένα εξπρές»; Ή για τα πανέμορφα «Η ξένη πόλη», «Είπα κι εγώ» και «Πέφτει μια βροχή»;

Πιστεύω ότι πολύ σπάνια συναντάμε δίσκο που να έχει δώδεκα τραγούδια στο ίδιο επίπεδο, σε σημείο που να δυσκολεύεται κάποιος να ξεχωρίσει ποιο είναι το καλύτερο! Ο Σπανός με την ανεξάντλητη έμπνευσή του γράφει μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής και σαφέστατα ο δίσκος αυτός θεωρείται “must” για όποιον θέλει να έχει μιαν «αξιοπρεπή» δισκοθήκη. Για τη Μοσχολιού, τα λόγια νομίζω ότι είναι περιττά. Απλώς σωπαίνουμε, ακούμε ευλαβικά και δακρύζουμε...

Η παραγωγή ανήκει στον Γιώργο Μακράκη, η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο “Polysound” από τον Γιάννη Σμυρναίο και τον Peter McNamee και στο εσώφυλλο του άλμπουμ μπορεί να δει κανείς μια «δισέλιδη» φωτογραφία των δύο συντελεστών από τις «μαγικές» στιγμές της προετοιμασίας του δίσκου.

Τα τραγούδια του δίσκου
1. Η ξένη πόλη (Λ. Παπαδόπουλου)
2. Άνθρωποι μονάχοι (Γ. Καλαμίτση)
3. Ναύτης βγήκε στη στεριά (Μ. Ελευθερίου)
4. Είπα κι εγώ (Λ. Παπαδόπουλου)
5. Πέφτει μια βροχή (Μ. Ελευθερίου)
6. Ώρα αναχωρήσεως (Μ. Ελευθερίου)
7. Σ’ ένα εξπρές (Κ. Ντούμου)
8. Το πλοίο είχε όνομα «Πατρίδα» (Μ. Μπουρμπούλη)
9. Κάτω απ’ τη μαρκίζα (Μ. Ελευθερίου)
10. Τα καρνάγια (Λ. Παπαδόπουλου)
11. Ας πούμε ώρα καλή (Λ. Παπαδόπουλου)
12. Σ’ αυτό το σπίτι το ορφανό (Μ. Ελευθερίου)

Πηγή


Πηγή: pancreta