Σκαλίζοντας πάλι το αρχείο μου έπεσα σε μια παλιά συνέντευξη που είχαμε πάρει μαζί με μια συναδέλφισσα από το Οικονομικό της Νομικής από τον Μάνο Ξυδού.
 
Η πρώτη του απάντηση (και όχι μόνο) μου είχε χαραχτεί στο μυαλό, και έχει τύχει να την επαναλάβω αρκετές φορές, σε διάφορες περιστάσεις:
 
Ερώτηση: Πώς ασχοληθήκατε με τη μουσική;
 
Απάντηση: Βασικά, όλο το πράγμα ξεκίναγε από το να εντυπωσιάσεις κάποιον ή κάποια. 
 
("Α!" σκέφτηκα τώρα που ξαναδιάβαζα τη συνέντευξη, "ο λόγος ακριβώς για τον οποίον έφτιαξα το facebook", και διέγραψα τον λογαριασμό μου εκεί).
 
Τέλος πάντων, σ' αυτή τη συνέντευξη ο αξέχαστος Μάνος Ξυδούς (και αισθάνομαι απεριόριστη ευγνωμοσύνη για τον φίλο που είχε την ιδέα αυτής της συνέντευξης και την κανόνισε) μας είπε πολλά και ωραία πράγματα.
 
Ακολουθεί η συνέντευξη, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Πανσπουδαστικής Κ.Σ. ΝΟΠΕ "ΤΡΟΧΙΑ" τον Οχτώβρη/Νοέμβρη του 2005:
 
Ένα από τα συγκροτήματα που σίγουρα «απασχόλησαν» για κάποιες στιγμές και συνεχίζουν να «απασχολούν» με τα τραγούδια τους τα αυτιά μας –πολλές φορές με ιδιαίτερη ευχαρίστηση- είναι οι Πυξ Λαξ. Εδώ και λίγο καιρό, όμως, οι Πυξ Λαξ διαλύθηκαν, με τα μέλη τους να ακολουθούν –αυτό που συνηθίζεται να λέγεται- «σόλο καριέρα». Δυο πρώην μέλη του συγκροτήματος αυτό τον καιρό εμφανίζονται κάθε Παρασκευοσαββατοκύριακο στη μουσική σκηνή «Συρμός» (Κολωνού και Οδυσσέως, Μεταξουργείο). Εκεί η Πανσπουδαστική ΚΣ Νομικής και Οικονομικού συνάντησε και κουβέντιασε με τον Μάνο Ξυδού.
 
Πώς  ασχοληθήκατε με το τραγούδι;
Όλα τυχαία έγιναν, παιδιά. Δεν υπήρχε κάτι στο πρόγραμμα. Κανένας δεν είχε στο μυαλό του να κάνει ό,τι έγινε. Δηλαδή, όπως όλα τα ερασιτεχνικά συγκροτήματα της εποχής – γιατί σήμερα η λέξη ερασιτεχνισμός δύσκολα υπάρχει. Ακόμα και οι καινούριοι που ξεκινάνε, ξεκινάνε με άλλες λέξεις, και αυτό είναι το άσχημο. Τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα. Βασικά, όλο το πράγμα ξεκίναγε από το να εντυπωσιάσεις κάποιον ή κάποια. Και η κιθάρα, γενικά η μουσική, ήταν το εύκολο πράγμα. Δεν υπήρχαν χρήματα, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, δεν υπήρχαν όλα αυτά. Υπήρχε μόνο η διέξοδος του ποδοσφαίρου και της μουσικής.
Το λυπηρό είναι ότι το 95% εκείνων που ξεκινήσαν σταμάτησαν την μουσική. Το υπόλοιπο 5%, μέσα στο οποίο βρισκόμασταν κι εμείς, είχαμε παρέα την τύχη και καταφέραμε πράγματα που πολύ καλύτεροι μουσικοί από εμάς και μεγάλα ταλέντα δεν το έκαναν ποτέ. Πιστεύω ότι ό,τι έχει σχέση με τη μουσική –δεν θέλω να επεκταθώ σε άλλα πράγματα, γιατί δεν τα γνωρίζω- κατά κύριο λόγο οφείλεται στην τύχη. Υπάρχουν 5 μουσικοί. Ο ένας είναι μέτριος, ο άλλος καλός, ο άλλος χειρότερος. Ο κόσμος δεν έχει την πολυτέλεια να το ξεχωρίσει αυτό το πράγμα, γιατί δεν είναι μουσικός. Αυτό που ξεχωρίζει ο κόσμος είναι με πόσο πάθος παίζει ο άλλος. Και το κατά πόσο αυτό το λίγο, το πάθος, μπορεί να το μεταδώσει στον κόσμο. Γι’ αυτό υποστηρίζω πάντοτε ότι αυτοί που έκαναν περισσότερα πράγματα στην μουσική το έκαναν από τύχη.
 
Οι Πυξ-Λαξ πώς προκύψανε;
Ήμασταν μερικά παιδιά από τη Δυτική Αθήνα, τα Δυτικά προάστια, που παίζαμε μουσική. Ο ένας έφερε τον άλλο, βρεθήκαμε κοντά, έγινε μια προσπάθεια, ή οποία φάνηκε ότι άρεσε στον κόσμο, αλλιώς θα είχε σταματήσει εκεί που άρχισε.
 
Αυτή η προσπάθεια, όμως δεν ήταν κάτι περιχαρακωμένο, έτσι; Κόσμος πήγαινε, ερχόταν, και ίσως και γι’ αυτό κράτησε…
Ναι, και αυτό ήταν και το καλό. Το πιο σημαντικό είναι αυτό, το ότι περάσανε πάρα πολλοί άνθρωποι, και το δεύτερο σημαντικό στοιχείο ήταν το ότι μεταξύ μας  ήμασταν αταίριαστοι. Γι’ αυτό και κράτησε τόσα χρόνια. Όταν ταιριάξαμε μεταξύ μας, τότε είχε γράψει τέλος η ιστορία.
 
Και στο πήγαιν’ έλα αυτό είχαμε και συνεργασίες, που –φαινομενικά- ήταν αταίριαστες. Πώς καταφέρατε να «παντρέψετε» τη μουσική σας με αυτό που οι του χώρου το χαρακτηρίζουν υποκουλτούρα;
Δεν έχει σημασία. Αυτά είναι λόγια που λέγονται μέχρι να πουλήσει κάτι. Ας πούμε, για τον Βασίλη τον Καρρά, ήταν ένας άνθρωπος που μας βοήθησε πάρα πολύ λέγοντας αυτό το τραγούδι (σημ: Το «Άσ’ την να λέει) γιατί αυτό ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία των Πυξ Λάξ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Νομίζω ότι όλοι του το χρωστάμε αυτό το πράγμα.
Όσον αφορά το αν εμείς είμαστε ροκ ή αν οι άλλοι είναι σκυλάδικο ή κάτι άλλο, αυτά είναι αηδίες. Ο Μάρκος ο Βαμβακάρης δεν ήξερε την λέξη «ροκ», αλλά πέστε μου εσείς, υπάρχει άλλος στην Ελλάδα που να βγήκε περισσότερο ροκ από αυτόν; Απ’ ό,τι ξέρω ο Καρούζος και ο Ρίτσος δεν ήταν ροκ, αλλά ξέρετε κανέναν με ζωή περισσότερο ροκ από αυτών; Ροκ για μένα είναι ο μάγκας. Μάγκας είναι ο άνθρωπος που σου δίνει το χέρι και μπορούν να διορθωθούν όλα. Δεν υπάρχει στο ροκ ούτε δεύτερη σκέψη ούτε δεύτερη κουβέντα. Εγώ αυτό θεωρώ ροκ.
 
Σήμερα η μουσική αντιμετωπίζεται σαν εμπόρευμα. Κοιτάμε μόνο το τι πουλάει, πάμε για δυο ώρες σε ένα μαγαζί να πιούμε ένα ποτό (στην καλύτερη περίπτωση) και να «εκτονωθούμε», κλπ. Εσείς πώς το βλέπετε αυτό;
Θα σας πω κάτι που είχε πει ο Πάνος ο Κατσιμίχας. Ότι κάποτε λέγαμε «Πάμε να ακούσουμε τον τάδε» Τον Χατζή, τον Σαββόπουλο και πάει λέγοντας. Σήμερα λέμε «Πάμε να δούμε τον τάδε». Αυτό νομίζω τα λέει όλα.
Ο κόσμος, αν και δε συμφωνώ ότι όλα είναι κατευθυνόμενα,  πιστεύω ότι πρέπει να ψάξει μέσα του και να δει τι τον γεμίζει και όχι τι είναι αυτό που του κάνει εντύπωση.
Να μην ξεχνάμε, όμως και το ότι η Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια είναι χώρα χωρίς παιδεία. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε πολύ εύκολα σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Αν περπατήσεις σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, θα δεις ότι δεν υπάρχουν διαβάσεις για να περάσουν οι πεζοί ή οι ανάπηροι. Η δε αστυνομία –που στο κάτω κάτω αυτός είναι ο ρόλος της- αν διαμαρτυρηθείς –και το λέω από προσωπική εμπειρία- γράψαν εμένα και με τρέχανε γιατί τους παρατήρησα. Αυτό το πράγμα αλλάζει; Θα αλλάξει μόνο αν γίνει καμιά «τηλεδίκη», ας πούμε, σαν αυτές που βγαίνουνε τελευταία.
Από αυτή τη χώρα, ξεκίνησε η παιδεία. Αλλά καθόμαστε και αναπαυόμαστε στο θρόνο και την ησυχία των αρχαίων ελλήνων και λέμε «εμείς είχαμε τους αρχαίους έλληνες». Τίποτα δεν είχαμε! Δηλαδή πού τους γνωρίσαμε τους αρχαίους έλληνες; Στα βιβλία; Αφού είναι κατηργημένα όλα. Πόσοι έχουν πάει στην Ακρόπολη; Ποια είναι η παιδεία; Ότι ανάβει κόκκινο φανάρι και φεύγουνε τα αυτοκίνητα; Δεν ξέρω ποιος είναι υπεύθυνος. Νομίζω ότι όλοι είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό. Αλλά αν δεν βελτιωθούν τα πράγματα στο χαμηλό επίπεδο, πώς θα πάμε στο ψηλό; Κάποτε ο Στάλιν είχε πει «Δεν μπορεί να θέλεις να πετάξεις αν δεν μάθεις πρώτα να περπατάς. Πρώτα να περπατάς, μετά να τρέχεις και μετά να πετάξεις». Είναι πολύ σωστό αυτό.
 
Ο καλλιτέχνης είναι αμέτοχος σε αυτά που συμβαίνουν γύρω του στη κοινωνία; Μπορεί να κάνει κάτι να διορθωθεί η κατάσταση;
Βαρέθηκα να ακούω «οι καλλιτέχνες» και ξανά «οι καλλιτέχνες» και «θα αλλάξουνε τον κόσμο». Όπως είναι όλος ο κόσμος, έτσι είμαστε και ‘μεις. Εμείς απλά θέλουμε να ξεχωρίζουμε και να έχουμε το πρεστίζ και τη μύτη μας ψηλά και τον κόσμο να σέρνεται. Δεν διαφέρουμε σε τίποτα. Τι θα πει καλλιτέχνες; Καλλιτέχνης ήταν ο πατέρας μου που ήταν μαραγκός και έκανε ξυλογλυπτική και έβγαζε αριστουργήματα. Εγώ τι κάνω; Ξέρω 7 νότες, όπως ξέρει όλος ο κόσμος. Για να πει κάποιος ότι είναι καλλιτέχνης πρέπει να περάσει καιρός. Πρέπει το έργο του να έχει αντέξει στο χρόνο. Και δεν μπορεί να το πει ο ίδιος. Πρέπει να το πει ο κόσμος που εκτίμησε το έργο του. Τον Μάρκο Βαμβακάρη τον διώχναν. Κι απ’τα ραδιόφωνα κι απ’ όλα. Πώς κατόρθωσε και επιβίωσε; Το λαϊκό τραγούδι, πώς κατάφερε να επιβιώσει;
 
Το λαϊκό τραγούδι, πιστεύω ότι εμείς το ακούμε γιατί τραγουδάει τους καημούς και τις ελπίδες μας…
Μα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο! Σου μιλάει ο στίχος; τελείωσε! Σε πιάνει στο πρόβλημα που είσαι; Το νιώθεις ότι κι αυτός που το λέει είναι κι αυτός στο πρόβλημα, δηλαδή είναι πραγματικά και δεν το λέει για να στο πουλήσει εσένα. Αυτό το πράγμα λείπει σήμερα. Όλα θέμα παιδείας είναι. Αλλά ας είμαστε αισιόδοξοι. Γιατί εκεί που φαίνεται ότι όταν όλα είναι χαμένα, κάτι γίνεται και…
 
Παίρνοντας αφορμή από αυτό, να ρωτήσω το εξής: Μέσα σ’ όλη αυτή τη σαπίλα που μας περιβάλλει, σαν ΠΚΣ ξεκινάμε μια δίμηνη δραστηριότητα στον πολιτισμό για να προβάλουμε την ερασιτεχνική δημιουργία, την σωστή πολιτιστική δραστηριότητα -προφανώς χωρίς στήριξη. Το να διεκδικούμε και να παλεύουμε για κάτι που το θεωρούμε αυτονόητο δικαίωμά μας εσείς πώς το βλέπετε;
Κάποτε, που ήμουν στην Κομμουνιστική Νεολαία, επί δημοκρατίας στην Ελλάδα, το 1979, έχοντας ένα παιδί με στείλανε φαντάρο στο τάγμα ανεπιθυμήτων 1400 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, για να υπηρετήσω, επειδή ήμουν επικίνδυνος για την δημόσια τάξη… Επί σπουδαίας δημοκρατίας, ξέρεις, αυτήν που μπήκαμε στην Ευρώπη κι όλα τα σχετικά.
Ξέρεις, αυτό το έργο που προσπαθείτε και κάνετε είναι ένα έργο που δεν φαίνεται απαραίτητα σήμερα, αλλά μακροπρόθεσμα θα φανεί. Αν κάποιος το κάνει με την καρδιά του και βοηθά και κάνει και δείχνει θα φανεί και στα ζητήματα της τέχνης. Αυτό είναι το καλό. Η δημιουργία της  ελπίδας που σε κάνει να πιστεύεις.
Θα είμαστε στα επίπεδα της ουτοπίας αν πιστεύουμε ότι πχ το Κομμουνιστικό Κόμμα θα βγει πρώτο στις επόμενες εκλογές. Εμείς ίσως τα αποτελέσματα της προσπάθειάς μας να μην τα δούμε, αλλά αυτοί που θα έρθουν μετά από εμάς θα τα ζήσουνε. Σαν νέοι άνθρωποι θα πρέπει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε να τις υπερπηδάτε με περισσότερη ευκολία.
 
Στο Συρμό πώς τα πάτε;
Είμαστε σχεδόν ένα μήνα, και θα το κρατήσουμε όσο πάει. Είμαστε μια παρέα πολλών ανθρώπων. Ευτυχώς τα έχουμε βρει μεταξύ μας, κάτι βασικό για να πάει καλά το πράγμα, και μέχρι στιγμής περπατάει καλά η δουλειά. Αύριο μεθαύριο, ποιος ξέρει;
 
Η ανταπόκριση του κόσμου;
Ο κόσμος πάντα έρχεται θετικός. Αν έρθει ο κόσμος με όλην την καλή διάθεση και συ από πάνω του το παίξεις μούρη, θα σηκωθεί να φύγει
 
Θέλετε να πείτε κάτι τελευταίο στα παιδιά που θα διαβάσουν το περιοδικό;
Υγεία παιδιά, υγεία πάν’ απ’ όλα. Να είμαστε καλά και να προχωρήσουμε και να ψάξουμε δυο τρια πράγματα.
Συνέντευξη: Γ. Γκ. – Μπάμπης Καββαδίας

Πηγή: toufas.blogspot