Ο Λουδοβίκος Β΄της Βαυαρίας (1845-1886) υπήρξε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ιστορικά πρόσωπα του 19ου αιώνα. Ο τρελός βασιλιάς, ο βασιλιάς των παραμυθιών, ο βασιλιάς κύκνος είναι κάποια από τα ονόματα που του αποδόθηκαν κατά καιρούς. Ο Λουδοβίκος θαυμάστηκε, χλευάστηκε και συζητήθηκε πολύ. Παράλληλα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, ποιητές και συγγραφείς όπως είναι οι: Λουκίνο Βισκόντι, Πωλ Βερλαίν, Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ και Κλάους Μαν. Θρυλική υπήρξε η σχέση του με το συνθέτη Βάγκνερ και μοναδικά τα παλάτια που δημιούργησε στη βαυαρική επικράτεια.                 

«Δυστυχώς είναι τόσο όμορφος και πνευματώδης, η ψυχή του είναι τόσο ευαίσθητη, που φοβάμαι πως θα ζήσει μια ζωή εφήμερη σαν όνειρο, σ’ αυτόν τον κόσμο που περιέχει τόση κακία».

Ρίχαρντ Βάγκνερ                                  

Ο βασιλιάς συνάντησε για πρώτη φορά το συνθέτη Βάγκνερ στις 4 Μαΐου του 1864 όταν ήταν δεκαεννέα ετών και εκείνος πενηνταενός. Η γνωριμία αυτή άλλαξε τη ζωή του συνθέτη ριζικά. Ο Βάγκνερ την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ο Λουδοβίκος εξόφλησε όλα του τα χρέη, του παραχώρησε ένα σπίτι στο Μόναχο και μια βίλα κοντά στον πύργο Μπέργκ, στη λίμνη Στάρνμπεργκ. Επίσης έδωσε διαταγή να του δοθούν ως επιχορήγηση 4000 φιορίνια. Παράλληλα αποφάσισε την ανέγερση θεάτρου στο Μόναχο με σκοπό την παρουσίαση του έργου «Το δακτυλίδι του Νίμπελουνγκ». Το κείμενο για την τετραλογία αυτή είχε ολοκληρωθεί από τον Βάγκνερ μέχρι το 1853 και είχε εκδοθεί σε πενήντα αντίτυπα, τα οποία είχαν διανεμηθεί στους φίλους του. Ο Βάγκνερ σε μια επιστολή του προς τον αρχιμουσικό Αύγουστο Ρέκελ όριζε το νόημα του πιο σημαντικού του έργου ως «έκθεση της πραγματικότητας» στην κοσμοϊστορική της συνάρτηση, δηλαδή στην αναγκαία κατάρρευση της συμβολιζόμενης με το δακτυλίδι του νίμπελουνγκ δύναμης και κοινωνικής ιεραρχίας. Οι φιλολογικές πηγές αυτού του έργου εντοπίζονταν στη σκανδιναβική μυθολογία και τους γερμανικούς ηρωικούς θρύλους. Ο Βάγκνερ ονόμαζε τον εαυτό του Βόταν και τον Λουδοβίκο Ζήγκφριντ. Ήταν πρόσωπα του έργου της τετραλογίας του. Ο Βόταν ήταν ο ανώτατος θεός της σκανδιναβικής μυθολογίας ο οποίος παριστανόταν σαν γέροντας με ένα μάτι. Ελευθέρωσε τη Γη από το σκληρό γένος των Γιγάντων και έπλασε τους πρώτους ανθρώπους. Ο Ζήγκφριντ αποτελούσε τη λαμπρότερη μορφή της γερμανικής μυθολογίας. Τα κατορθώματά του εξιστορούνται στο τραγούδι των Νιμπελούγκεν.(αρχαίο γερμανικό έπος). Εκεί παρουσιάζονται οι αγώνες του εναντίον των νάνων του βορρά Νιμπελούγκεν για την απόκτηση του μεγάλου θησαυρού που κατείχαν.

Το καλοκαίρι του 1865 παρουσιάστηκε η όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη» υπό τον αρχιμουσικό Χανς Μπίλοφ. Η μουσική γλώσσα του Τριστάνου αποτέλεσε ορόσημο της μουσικής ιστορίας, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του ύστερου μουσικού ρομαντισμού.

Κατά πολλούς η έντονη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ του Βάγκνερ και του Λουδοβίκου δεν ήταν μόνο πλατωνική. Η αλληλογραφία τους αποτελείτο από εξακόσιες επιστολές και τηλεγραφήματα τα οποία ήταν γεμάτα από λόγια αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης. Οι εκδηλώσεις λατρείας και από τις δύο πλευρές είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Ο συνθέτης έγραφε: «Λατρεμένε μου, αγγελόμορφε φίλε μου», « Ω βασιλιά μου, είσαι ένας θεός» και ο Λουδοβίκος: «Σε ουράνιες σφαίρες πετώ, αναπνέοντας αμέτρητες ηδονές. ‘Ό,τι κάνω, ό,τι προσφέρω σε σας, δεν είναι παρά ένα ευχαριστώ που τολμώ να τραυλίσω, πολυαγαπημένε μου, μοναδικέ μου φίλε! Είστε ένας άγιος! Ώ ηδονή της ζωής! Είστε το ανώτατο αγαθό! Το παν! Σας αγαπώ φλογερά, σας λατρεύω, είστε ο κύριος της ζωής μου!» Η αντίδραση γι’ αυτή τη σχέση υπήρξε τεράστια από την κυβέρνηση, την Αυλή αλλά και τον λαό που έβλεπαν τον βασιλιά τους να σπαταλάει αμύθητα ποσά για τον ξένο ευνοούμενο με τις ανατρεπτικές ιδέες. Την περίοδο εκείνη στους δρόμους του Μονάχου ήταν πολύ δημοφιλές το παρατσούκλι Λόλο για τον Βάγκνερ. Αυτό το παρατσούκλι αναφερόταν με τρόπο αυθάδη σε ένα σκάνδαλο της οικογένειας Βίττελσμπαχ, στην περίφημη σχέση του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ με την Ισπανίδα χορεύτρια Λόλα Μοντέζ. Ο Βαυαρός μονάρχης ονόμασε την καλλονή «Κόμισσα του Λάντσφελντ» και παραιτήθηκε από το θρόνο για χάρη της. Η περιπέτεια αυτή του παππού του Λουδοβίκου Β΄ είχε ξαναβγεί στην επιφάνεια από τον απλό κόσμο από τη στιγμή που ο εγγονός είχε αναλάβει με τόσο προκλητικό τρόπο υπό την προστασία του τον εκκεντρικό συνθέτη. Ο Βάγκνερ λίγο αργότερα παντρεύτηκε την Κόζιμα Λίστ, κόρη του Λιστ και σύζυγο του αρχιμουσικού Χανς φον Μπύλοβ. Μετά το γάμο του συνθέτη η σχέση του με τον Λουδοβίκο άρχισε να φθίνει σταδιακά, γεγονός το οποίο πλήγωσε βαθύτατα το βασιλιά που δεν μπόρεσε να συνέλθει πραγματικά από αυτή την απώλεια. Παρ’ όλα αυτά η επαφή μεταξύ τους δεν διεκόπη παρά μόνο με το θάνατο του Βάγκνερ. Ο Λουδοβίκος συνέχισε να τον ενισχύει οικονομικά ως το τέλος και πολλές από τις όπερές του πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Μόναχο κάτω από την υψηλή εποπτεία του Βαυαρού μονάρχη.

Απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 557 του περιοδικού Ιστορία Εικονογραφημένη (Νοέμβριος 2014).

Κατερίνα Κοφφινά

Φωτογραφίες

Ο Λουδοβίκος Β’ της Βαυαρίας σε νεαρή ηλικία.

Ο Χέλμουτ Μπέργκερ στην ταινία «Ludwig» του  Λουκίνο Βισκόντι.(1973).

Ο συνθέτης Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813 – 1883).

Τα παλάτια που δημιούργησε στη βαυαρική επικράτεια.            


Πηγή: pancreta.gr