Για καιρό σκονιζόταν στο ράφι της βιβλιοθήκης μου. Όχι γιατί δεν ήθελα να το διαβάσω, αλλά γιατί πάντα υπήρχαν άλλες προτεραιότητες.

Κι έπειτα είναι και το άλλο: Τα βιβλία αυτού του είδους ισορροπούν συνήθως ανάμεσα στην αυτοδικαίωση και την αγιογραφία, σπανίως επιτυγχάνουν τους στόχους που θέτουν κι αφήνουν την πικρή γεύση της διάψευσης.

Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση: Το βιβλίο της Ιωάννας Κλειασίου είναι εξαιρετικό και η αφήγηση του Γ. Ζαμπέτα συναρπαστική. Εδώ έχουμε ένα από τα καλλίτερα -ίσως το κορυφαίο και σαφώς το πληρέστερο- βιβλίο για έναν λαϊκό μουσικό μας.

Ο Γ. Ζαμπέτας γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου το 1925. Βέρος Αθηναίος, άνθρωπος της γειτονιάς, λαϊκός και γνήσιος, ντόμπρος, χιουμορίστας, βαθιά ευαίσθητος, επιβίωσε από χίλιες-δυο δυσκολίες και κατάφερε να φτάσει πολύ ψηλά. Σε πιάνει ίλιγγος διαβάζοντας την διεθνή καριέρα του Ζαμπέτα: Έπαιξε στις πέντε ηπείρους, σολίστ σε συμφωνικές ορχήστρες και μόνος, μπροστά σε μεγιστάνες, προέδρους, πρωθυπουργούς, δικτάτορες, βασιλιάδες, εγχώριους και ξένους, ακόμα και μπροστά στο σάχη και τη σαχαίσα της Περσίας. Κι όλα αυτά εξιστορούνται απλά, ήρεμα, ισότιμα με τις βραδιές στον Κήπο του Αλάx, τα Ξημερώματα και τη Φαντασία. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν να διαβάσει κανείς για τη μεγαλειώδη διεθνή καριέρα τούτου του Έλληνα, ο οποίος δεν χρειάστηκε να την υποβοηθήσει ούτε ξενόγλωσσο στίχο, ούτε στρατηγικούς μάνατζερ. Με το μπουζουκάκι του παραμάσχαλα πορεύτηκε κι έφτασε στο Concert Hall της Βιέννης και το Albert Hall του Λονδίνου.

Όλα αυτά σαν σολίστας, σαν μπουζουξής.

Διότι ο Ζαμπέτας ήταν περιζήτητος σολίστας. Με την καθαρή, κρυστάλλινη, ζαμπετική πενιά του. Έπαιξε για όλους τους συνθέτες μας με πρώτο και καλλίτερο τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος τον γούσταρε και πολύ και σύχναζε και στα μαγαζιά του. Και φυσικά τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, που τον αγαπούσε πολύ, τον Πλέσσα, τον Σπανό, τον Μαρκόπουλο, τον Λεοντή και άλλους. Πρόσθετε εισαγωγές, ταξίμια, συνέδεε τα ασύνδετα -για όλους εκτός από τον Χατζιδάκι, ο οποίος ζητούσε πάντα συγκεκριμένα πράγματα. Στο βιβλίο υπάρχει και η γνωστή ιστορία με τον Θεοδωράκη: Ο Ζαμπέτας δέχτηκε να παίξει στη «Γειτονιά των Αγγέλων» με την προϋπόθεση να μπει το όνομά του -στην υπόθεση αυτή δεν μέτραγε το χρήμα, μόνο η δόξα. Ο Θεοδωράκης δέχτηκε κι ο Ζαμπέτας σόλαρε κι αυτοσχεδίασε. Όμως όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος το όνομά του δεν υπήρχε. Όσοι έχετε ακούσει την εισαγωγή από το Στρώσε το στρώμα σου για δυο καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό…

Ο Ζαμπέτας όμως έκανε μεγάλη καριέρα και σαν συνθέτης. Τα πρώτα του τραγούδια (Σαν σήμερα – σαν σήμερα, Βαθιά στη Θάλασσα θα πέσω, κα) ήταν στο ύφος που είχε πέραση το ’50. Γρήγορα όμως βρήκε τη δική του φωνή. Κι έγραψε δεκάδες τραγούδια, που παραμένουν επιτυχίες ακόμα και σήμερα και συνεχίζουν να παίζονται στα πάλκα. Αλλά και άλλα, εξίσου σπουδαία, που έχουν μείνει πιο δίπλα, γιατί η extra light εποχή μας δεν τα σηκώνει. Και όλα αυτά χωρίς να παρασυρθεί από τις σειρήνες του τουρκογύφτικου, του ινδικού ή του κλαψιάρικου τραγουδιού, που και εκείνη την εποχή εγγυόταν σίγουρη επιτυχία.

Του άρεσε να βοηθά τους νέους και με τα τραγούδια του ξεκίνησαν και απογειώθηκαν πολλές καριέρες: Μοσχολιού, Μητροπάνος, Κόκοτας, Μαρινέλλα -ποιον να πρωτοπούμε;

Βοηθούσε όμως και τους παλιούς. Υπεραγαπούσε τον Στράτο Παγιουμτζή και τον έπαιρνε πάντα στις δουλειές του. Και τον Μάρκο, όταν περνούσε τα δύσκολα, και άλλους.

Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν όλοι οι μεγάλοι του νεοελληνικού τραγουδιού: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Μπιθικώτσης, Καζαντζίδης και μύριοι άλλοι. Όλοι. Ιστορίες τραγουδιών και ανθρώπων. Μικροϊστορία. Και για όλους έχει να πει ένα καλό λόγο. Όχι, δεν ωραιοποιεί την κατάσταση, και τα παράπονά του τα διατυπώνει, και τις διαφωνίες, τους τσακωμούς, τις αδικίες, όλα τα αναφέρει. Αλλά ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος είναι πάντα αγαπητικός. Δεν αφήνει την πικρία να θολώσει την εικόνα του άλλου.

Αγαθή καρδιά!

Μη το θεωρείτε δεδομένο: Μια ματιά στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν με αφηγήσεις του Καζαντζίδη αν ρίξετε, θα καταλάβετε.

Στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα: Η ιστορία του μπουζουκιού, τρίχορδου και τετράχορδου, των μαγαζιών, των τεκέδων, των τραγουδιών, που θα ενθουσιάσουν τους φίλους του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδιού. Αυτό που απουσιάζει είναι η ιδιωτική ζωή. Ο Ζαμπέτας σπανίως αναφέρεται στα προσωπικά ζητήματα τα δικά του και των άλλων. Το κάνει μόνο όταν αυτό υπηρετεί την κύρια αφήγηση.

Για να ολοκληρωθεί το βιβλίο η Ι. Κλειασίου για δυο χρόνια συναντούσε καθημερινά τον Ζαμπέτα και άκουγε τις αφηγήσεις του. Δεκάδες κασέτες. Αυτές τις επεξεργάστηκε, έλεγξε χρονολογίες και τα άλλα στοιχεία και έβαλε τις αφηγήσεις στη σειρά σεβόμενη το ύφος του Ζαμπέτα. «Χρησιμοποιούσε υπέροχες ελληνικές λέξεις, ξεχασμένες κι άγνωστες στο φτωχό λεξιλόγιο του νεοέλληνα. Έλεγε λέξεις «αργκό» ανακατεμένες με αμερικάνικες «ελληνικούρες» και πολλές φορές έφτιαχνε λέξεις δικές του!», σημειώνει η Κλειασίου στην εισαγωγή της. Και πραγματικά καιρό είχα να διαβάσω ένα τόσο ωραίο, πλούσιο, ρέοντα ελληνικό λόγο.

Στο παράρτημα του βιβλίου έχουν συγκεντρωθεί φωτογραφίες, χειρόγραφα, η δισκογραφία και η φιλμογραφία του Γ. Ζαμπέτα -ανεκτίμητο βοήθημα για όλους που αγαπάμε το λαϊκό τραγούδι. Το βιβλίο συνοδεύει και CD με τον Ζαμπέτα να σολάρει σε μουσικές Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου και λοιπών. Τι ωραία που θα ήταν αν είχε αποσπάσματα από τις συνομιλίες του με την συγγραφέα!…

πηγή: fvasileiou.wordpress.com


Πηγή: pancreta