Τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να περιγράψει κάποιος ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής δισκογραφίας. Αυτό το τριπλό άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1976 συγκαταλέγεται σίγουρα μέσα στους δέκα κορυφαίους δίσκους όλων των εποχών και θεωρείται πλέον κάτι παραπάνω από κλασικό. Τα τραγούδια του αντέχουνε μέχρι σήμερα, είναι πασίγνωστα και φυσικά δε νοείται ενημερωμένη και σοβαρή δισκοθήκη χωρίς το «Ρεσιτάλ», ένας τίτλος που ταιριάζει απολύτως στο όλο εγχείρημα.

Είναι η εποχή που η Μαρινέλλα αποφασίζει ν’ αφήσει τα κοσμικά κέντρα της παραλίας («Στορκ», «Νεράιδα» κ.τ.λ.), τα φανταχτερά ρούχα και το λαμπερό θέαμα της πίστας και ν’ ανέβει στην Πλάκα, η οποία τότε ακόμη έσφυζε από ζωή και καλλιτεχνική δημιουργία. «Βασιλιάς» της ήτανε ο Κώστας Χατζής, ο οποίος για χρόνια είχε ως στέκι του τη μπουάτ «Σκορπιός» όπου γραφτήκανε μερικές από τις πιο χρυσές σελίδες στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Τα τραγούδια-καταγγελίες του ήταν εξαιρετικά δημοφιλή κι ο κόσμος συνέρρεε στον συγκεκριμένο χώρο για να τον απολαύσει. Ευτυχώς που οι περισσότερες από αυτές τις παραστάσεις ηχογραφηθήκανε «ζωντανά»…

Φαινομενικά, Μαρινέλλα και Χατζής ήτανε δύο τελείως διαφορετικοί καλλιτέχνες. Άλλο ρεπερτόριο, άλλος τρόπος παρουσίασης της δουλειάς τους, άλλος τρόπος ζωής και ούτω καθεξής. Υπήρχαν όμως δύο κοινά στοιχεία: Η αγάπη τους για το καλό τραγούδι και …ο παραγωγός τους Φίλιππος Παπαθεοδώρου που έκανε και το «προξενιό». Αμφότεροι δεχτήκανε με μεγάλη χαρά να συνεργαστούνε κι έτσι ξεκίνησε η προετοιμασία μιας από τις πιο ιστορικές στιγμές στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας.

Χρειάστηκε περίπου έξι μήνες για να γραφτούνε τα τραγούδια – όλα σε μουσική Χατζή – και να γίνουν οι πρόβες για μία και μοναδική εμφάνιση, που ήτανε προγραμματισμένη για την Κυριακή 28 Μαρτίου 1976 στον «Σκορπιό». Μαρινέλλα και Χατζής δουλέψανε με πολύ κέφι αλλά και μεγάλη αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα, αφού δε μπορούσαν εκ των προτέρων να γνωρίζουν αν θα είχε επιτυχία το «πάντρεμά» τους. Το μερίδιο του λέοντος όσον αφορά τους στίχους είχε η Σώτια Τσώτου, σχεδόν μόνιμη συνεργάτης του τραγουδοποιού από τα πρώτα του βήματα.

Και η μεγάλη στιγμή έφτασε. Εκείνο το βράδυ, η μπουάτ ήταν κατάμεστη κι όταν οι δύο καλλιτέχνες ανεβήκανε στη σκηνή για να παρουσιάσουν το «Ρεσιτάλ» τους, ο κόσμος τους αποθέωσε. Ακούγοντας τον δίσκο, πολλές φορές θα νιώσετε τη συγκίνηση, τα έντονα συναισθήματα και την αγαλλίαση που ένιωθαν όλοι εκείνοι οι τυχεροί που δώσανε το παρών στον «Σκορπιό». Έχουν αποτυπωθεί τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια…

Η επιτυχία ήταν πραγματικά τεράστια και το κοινό αποδέχτηκε στο μέγιστο βαθμό τους δύο “αταίριαστους”. Η παράσταση είχε αποφασιστεί να ηχογραφηθεί και να κυκλοφορήσει σε δίσκο, ο οποίος επίσης έτυχε αποθεωτικής υποδοχής και αποδοχής. Οι πωλήσεις ξεπεράσανε τις 500.000 αντίτυπα κι από τους τέσσερις τοίχους της μπουάτ, το «Ρεσιτάλ» ταξίδεψε σε ολόκληρη την Ελλάδα κι αγαπήθηκε όσο λίγα άλμπουμ. Σχεδόν παράλληλα με την κυκλοφορία του, Μαρινέλλα και Χατζής εμφανίστηκαν και στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο της Θεσσαλονίκης όπου επίσης αποθεώθηκαν!

Όσο για τα τραγούδια, τι να πει κάποιος; Τα περισσότερα είναι πασίγνωστα, αγαπημένα και αθάνατα: «Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει», «Δεν ειμ’ εγώ», «Σπουδαίοι άνθρωποι αλλά», «Σ’ αγαπώ», «Πώς να φύγεις», «Η αγάπη όλα τα υπομένει», «Πάρε με μαζί σου τσιγγάνε», «Όλος ο κόσμος είσαι συ», «Ξέχασα να πω», «Φοβάμαι», «Τρελός ή παλικάρι» και τόσα άλλα, έχουν μείνει να θυμίζουν ότι κάποτε σε τούτη δω τη γωνιά της γης υπήρχε τραγούδι…

Ο πρώτος δίσκος περιέχει κομμάτια ερμηνευμένα από τον Κώστα Χατζή στην πρώτη πλευρά και από τη Μαρινέλλα στη δεύτερη, με τη συνοδεία μόνο μιας κιθάρας. Στους άλλους δύο μπαίνει και ορχήστρα, την ενορχήστρωση και διεύθυνση της οποίας ανέλαβε ο Κώστας Κλάββας (τρεις πλευρές) και ο ίδιος ο Χατζής (μία). Το «Κι ύστερα» είναι το μοναδικό τραγούδι που είχε ήδη περάσει στη δισκογραφία ένα χρόνο νωρίτερα (1975) με τη Μαρινέλλα μέσα από το άλμπουμ «Για πάντα», ενώ άλλα δύο ηχογραφήθηκαν λίγο αργότερα σε δεύτερες εκτελέσεις: Το «Σπουδαίοι άνθρωποι» με τον Τόλη Βοσκόπουλο και το «Δεν ειμ’ εγώ» με τη Μαρινέλλα.

Η ηχογράφηση έγινε με το κινητό στούντιο της Audiolab με ηχολήπτη τον Γιάννη Σμυρναίο, ο οποίος έκανε το remixing στο στούντιο Polysound. Παραγωγός ήταν ο Φίλιππος Παπαθεοδώρου και στο εσωτερικό του τριπλού άλμπουμ υπάρχουν φωτογραφίες από εκείνη την αξέχαστη βραδιά.


Πηγή: musiccorner.gr