Οι στίχοι του ποιητή έγιναν τραγούδι από τον Θάνο Μικρούτσικο (δίσκος “Ο Σταυρός του Νότου”, 1979) με την εμβληματική ερμηνεία του Γιάννη Κούτρα. Από τότε ταξιδεύει από στόμα σε στόμα προς την αθανασία.

Αποτελούμενο από εφτά τετράστιχες στροφές το ποίημα Federico Garcia Lorca του Νίκου Καββαδία πρωτοδημοσιεύτηκε στις 19 του Μάη 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και περιλήφτηκε αργότερα στην ποιητική του συλλογή Πούσι (1947).

Ο Νίκος Καββαδίας θα γράψει αυτούς τους στίχους απευθυνόμενος στον Ισπανό ομότεχνό του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που δολοφονήθηκε από τους φασίστες του Φράνκο στην Ισπανία τον Αύγουστο του 1936, όντας συγκλονισμένος από τις θηριωδίες του ναζισμού στη χώρα μας που, κάποιες από αυτές, αναφέρει στους στίχους του.

Οι στίχοι του ποιητή έγιναν τραγούδι από τον Θάνο Μικρούτσικο (δίσκος “Ο Σταυρός του Νότου”, 1979) με την εμβληματική ερμηνεία του Γιάννη Κούτρα. Από τότε ταξιδεύει από στόμα σε στόμα προς την αθανασία.

Η αναφορά του ποιητή στη Σφαγή του Διστόμου («Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι»), που την επέτειό της θυμόμαστε σήμερα, και σε άλλες ναζιστικές θηριωδίες, μεταφέρει από γενιά σε γενιά τον αποτροπιασμό για τα εγκλήματα του ναζισμού-φασισμού και, κατανυκτικά, την επίκληση: να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη.

FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης, τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Νίκος Καββαδίας

Πηγή


Πηγή: pancreta.gr