Το όνοµα του Τόµας Κούνστλερ ακούστηκε πριν από περίπου τέσσερα χρόνια όταν σε µια νύχτα έγινε viral το «Ρεµπέτικο», η µικρού µήκους stop motion ταινία του.

 

Μέσα σε σχεδόν δυόµισι λεπτά κατάφερε να ζωντανέψει µια ολόκληρη εποχή και να αφηγηθεί µια ιστορία που συνεπαίρνει τον θεατή σε τέτοιο βαθµό ώστε ξεχνάει ότι µπροστά του δεν έχει ανθρώπους αλλά κούκλες από πλαστελίνη. 

Συναντηθήκαµε στα Εξάρχεια µε αφορµή την τρίτη stop motion ταινία που ετοιµάζει µε θέµα τη ζωή του Μάρκου Βαµβακάρη – µεσολάβησε το «∆εν λες κουβέντα», το οποίο συµµετείχε και στο φεστιβάλ Animasyros. 

Ο Τόµας ανήκει στους ανθρώπους που όσο τους ακούς να µιλάνε νιώθεις ότι ζουν µεταξύ του πραγµατικού κόσµου και εκείνου που ψάχνει χαραµάδα για να αποδράσει από τη σκέψη και να πάρει µορφή µέσα από την τέχνη. Μου κάνει εντύπωση ότι είναι Ιταλός µε γερµανικό επίθετο.

 

Πώς συνδυάζεται η Ρώµη όπου µεγάλωσες µε το επώνυµο Κούνστλερ;

Ο προπάππους µου γεννήθηκε στην Αυστροουγγαρία και βρέθηκε στην Ιταλία τη δεκαετία του 1920.

Εβραϊκή οικογένεια;

Ναι. Στην Ιταλία αντιµετώπισε τεράστιο πρόβληµα µε το φασιστικό καθεστώς και πέρασε αρκετά χρόνια κυνηγηµένος. Όταν οι Αµερικανοί αποβιβάστηκαν στην Ιταλία και οι φασίστες και οι ναζί άρχισαν να ανεβαίνουν προς τον βορρά, τον συνέλαβαν και κατέληξε στο Άουσβιτς. Ευτυχώς επέζησε.

Επέστρεψε στην οικογένειά του;

Ναι, κι εδώ υπάρχει µια ιστορία που µε συγκινεί βαθιά. Με το τέλος του πολέµου απελευθερώθηκε και απ’ όσο ξέρω επέστρεψε περπατώντας στη Ρώµη. Οταν έφτασε στο σπίτι του και χτύπησε την πόρτα άνοιξε ο γιος του, ο παππούς µου, ο οποίος δεν τον αναγνώρισε.

Μεγάλωσες µε ιστορίες δύσκολες. Αυτό πιστεύεις ότι σε έκανε να αγαπήσεις το ρεµπέτικο;

Ίσως. Από την πρώτη στιγµή που άκουσα ρεµπέτικο ένιωσα ότι εκφράζει ακριβώς όλα όσα είχα µέσα µου. Το ένιωσα σαν παρηγοριά σε καταστάσεις που µε βάραιναν.

∆ηµιουργείς δηλαδή για να απαλλαγείς από κάτι;

Όταν πρόκειται για προσωπικά πρότζεκτ, σαν αυτά που κάνω µε το stop motion, ναι. Χρησιµοποιώ εδώ και δεκατρία χρόνια αυτή την τεχνική για να ξαλαφρώνω την ψυχή µου.

 

Γιατί επέλεξες να αφηγηθείς την ιστορία του Βαµβακάρη;

Επειδή εκτός από κορυφαίος εκπρόσωπος του είδους είναι ο πιο διάσηµος ρεµπέτης και υπάρχουν για εκείνον αρκετά ντοκουµέντα στα οποία µπορεί να βασιστεί κάποιος.

Η ταινία θα αφορά ολόκληρη τη ζωή του ή κάποια περίοδο;

Αυτό που έχω ξεκινήσει να κάνω, το οποίο φυσικά µπορεί να αλλάξει γιατί ακόµη είµαστε στα προσχέδια, είναι να αφηγούµαι την ιστορία του από τη στιγµή που φτάνει στον Πειραιά µέχρι το τέλος. Είχε κινηµατογραφική ζωή. Όσο ενδιαφέρον έχει το ξεκίνηµά του άλλο τόσο έχουν και τα τελευταία δύσκολα χρόνια.

Σου αρέσει και ο Κώστας Μπέζος.

Μου αρέσει γιατί η µουσική του είναι τρελή, πήγε το ρεµπέτικο ένα βήµα παραπέρα. Το συνδύασε µε τη χαβανέζικη µουσική.

Πότε άρχισες να ασχολείσαι µε το stop motion;

Όπως τα περισσότερα παιδιά, µου άρεσε να παίζω µε πλαστελίνες. Κάποια στιγµή στα δεκατέσσερά µου –δεν ξέρω πώς– ξαναβρέθηκαν στα χέρια µου και έτυχε να µου κάνει δώρο ο πατέρας µου το πρώτο κινητό. Με αυτή την κάµερα άρχισα να γυρίζω ταινιάκια. Είναι µαγικό υλικό η πλαστελίνη. Ολα τα φτιάχνεις από την αρχή, την πλάθεις, αναµιγνύεις τα χρώµατα, δηµιουργείς τους ήρωες και στη συνέχεια έναν ολόκληρο κόσµο.

Πώς ήρθες σε επαφή µε την ελληνική µουσική;

Όταν σπούδαζα κινηµατογράφο στην Αγγλία οι δύο καλύτεροί µου φίλοι ήταν Ελληνες. Προτού τους γνωρίσω δεν ήξερα πολλά πράγµατα για την Ελλάδα. Μαζί τους πρωτοάκουσα Καζαντζίδη, αρχικά τον «Ψαρά» και το «Εψαχνα άδικα να βρω». Μου αρέσει το παλιό λαϊκό τραγούδι και ξεχωρίζω µαζί µε τον Καζαντζίδη και τον ∆ιονυσίου.

 

Πότε αποφάσισες να εγκατασταθείς στην Αθήνα;

Μετά το πρώτο έτος στο πανεπιστήµιο αποφάσισα να επισκεφτώ την Ελλάδα. Και συνέχισα να έρχοµαι µε κάθε ευκαιρία. Πλέον ζω στην Αθήνα εδώ και έναν χρόνο. Θα σου πω τι µου συµβαίνει όταν λέω ότι είµαι Ιταλός και ζω µόνιµα εδώ. Αρχικά µε ρωτάνε αν µου αρέσει η Αθήνα και µετά σχεδόν όλοι µε κοιτάζουν µε απορία και µου λένε: «Και για ποιον λόγο µένεις εδώ µε την κρίση, που όλα γίνονται αργά;». Άντε να τους εξηγείς τώρα.

Όταν έκανες το «Ρεµπέτικο» περίµενες αυτή την ξαφνική επιτυχία;

Όχι, καθόλου. ∆εν το περίµενα γιατί δεν το έφτιαξα µε στόχο να κάνει επιτυχία, ούτε που το είχα σκεφτεί. Το µόνο που ήθελα ήταν να µοιραστώ αυτό που είχα φτιάξει. Ήµουν σε δύσκολη προσωπική φάση και το έκανα για να νιώσω καλύτερα, σαν θεραπεία. Το έφτιαξα σε µια εβδοµάδα και το ανέβασα ένα βράδυ στο ίντερνετ. Το πρωί που άνοιξα τον υπολογιστή έβλεπα τα views να ανεβαίνουν µε τρελούς ρυθµούς.

Το σενάριο πώς προέκυψε;

Σκεφτόµουν την ιστορία βήµα βήµα, δεν την είχα προσχεδιάσει. Έστηνα τους ήρωες, έφτιαχνα µια κατάσταση και σκεφτόµουν «τώρα θα µπορούσε να κάνει αυτό».

Πότε θα δούµε τη νέα σου ταινία;

Θα πρέπει να έχετε λίγη υποµονή. Χρειάζεται πολλή δουλειά ακόµη και αρκετά χρήµατα. Σε λίγο καιρό θα αρχίσουµε crowdfunding, µέσω του οποίου ευελπιστούµε να µπορέσουµε να περάσουµε στο επόµενο στάδιο. 

Εμυ Ντούρου

Πηγή


Πηγή: pancreta.gr