Η ιστορία του καρναβαλιού στη Βενετία ξεκίνησε από το μεσαίωνα στα τέλη του 12ου αιώνα αλλά έγινε ιδιαιτέρως διάσημο κατά τον 18ο αιώνα.

Όταν ο Ναπολέων εισέβαλε στη Βενετία στα τέλη του 18ου αιώνα το απαγόρευσε φοβούμενος την ανατρεπτική του δύναμη, το 1797 ήταν η τελευταία χρονιά που πραγματοποιήθηκε. Η αναβίωση του πραγματοποιήθηκε το 1979 θέλοντας να επιδείξει την ιστορική και πολιτιστική του δυναμική.

Το καρναβάλι της Βενετίας διαρκεί επίσημα από τις 26 Δεκεμβρίου μέχρι την Τετάρτη της Στάχτης (πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής). Στη διάρκεια του 18ου αιώνα οι μεταμφιέσεις και η ανωνυμία ήταν αναπόσπαστα κομμάτια της κοινωνικής ζωής της πόλης.

Στη Βενετία η μάσκα bauta ήταν μέρος της καθημερινής εμφάνισης των Βενετών. Η λευκή μάσκα έκρυβε το πάνω μέρος του προσώπου ένα μαύρο βέλο κάλυπτε τα μαλλιά, τα αυτιά και το λαιμό και ένα μαύρο καπέλο με ένα μαύρο μανδύα τον tabarro συνόδευε την ενδυμασία, την οποία φορούσαν άνδρες αλλά και γυναίκες σε ειδικές περιπτώσεις όπως στις τελετές της εγκατάστασης του δόγη και στις επισκέψεις ξένων αξιωματούχων.

Η συνήθεια της μεταμφίεσης στην Βενετία είχε ως αποτέλεσμα η πόλη να χαρακτηρίζεται από μια ελευθερία και τα όρια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και τα φύλα να μην είναι ευδιάκριτα. Οι απλοί πολίτες μπορούσαν να αισθανθούν αριστοκράτες, οι ευγενείς μπορούσαν να επισκέπτονται κακόφημα μέρη και οι γυναίκες να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους ντυμένοι σαν άντρες. Ο έρωτας κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες μπορούσε να παίρνει πολλές μορφές μέσω μυστικών συναντήσεων, η προστασία της μάσκας απελευθέρωνε κάθε βαθιά επιθυμία και ένστικτο.

Μια επίσης διαδεδομένη μάσκα στις γυναίκες ήταν ή moretta, μία οβάλ μαύρη βελούδινη μάσκα την οποία κρατούσαν με τα δόντια με τη βοήθεια ενός κουμπιού στην εσωτερική πλευρά. Η γυναίκα παρέμενε έτσι σιωπηλή και περιοριζόταν σε κινήσεις και χειρονομίες προσδίδοντας ένα μυστήριο στην ατμόσφαιρα του φλερτ.

Ενώ οι μάσκες μπορούσαν να φορεθούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, την περίοδο του καρναβαλιού τα κοστούμια ήταν εντυπωσιακά με χρώματα και λάμψη. Τα πανέμορφα αυτά κοστούμια είχαν εμφανιστεί ήδη από τη μεσαιωνική περίοδο, από τον 13ο αιώνα, πολλά επίσης από αυτά παρέπεμπαν σε μεταγενέστερους χαρακτήρες του 16ου  αιώνα της commedia dell’ arte αλλά και σε σατιρικούς χαρακτήρες.

Τα μασκοφορεμένα πλήθη συναντιούνταν στις 26 Δεκεμβρίου στο Campo S. Stefano και από το 1647 και έπειτα στην Piazza S. Marco.

Οι Εύποροι Βενετοί φορούσαν στις εκδηλώσεις αυτές τα πιο πολύτιμα χρυσαφικά τους καθότι μόνο τότε γινόταν προσωρινή άρση του νόμου που απαγόρευε τη δημόσια επίδειξη πλούτου. Οι μεταμφιεσμένοι   περιφέρονταν στην πλατεία θαυμάζοντας τα κοστούμια και περιμένοντας το απόγευμα να ανοίξουν οι λέσχες και τα θέατρα.

Η καρδιά του βενετικού καρναβαλιού ήταν ο εορτασμός της «Μεγάλης Πέμπτης» στην Piazzetta. H επέτειος αυτή είχε ως αναφορά τη νίκη της Βενετίας επί των πατριαρχών της Ακυληίας το 1162, τα μέλη της συντεχνίας των σιδεράδων σκότωναν ταύρους οι οποίοι συμβόλιζαν τους πατριάρχες. Το κρέας των ταύρων με διαταγή του Δόγη μοιραζόταν στους φτωχούς, στη Signioria και στους φυλακισμένους. Οι κάτοικοι από τις περιοχές Castello και San Nicolo που βρίσκονταν σε αντιπαλότητα σχημάτιζαν ανθρώπινες πυραμίδες με σκοπό να αντέξουν περισσότερο από την αντίπαλη ομάδα. Η ημέρα τελείωνε με τον πολεμικό χορό Morisco ανάμεσα σε Χριστιανούς και Μαυριτανούς και πολλά πυροτεχνήματα που γέμιζαν και χρωμάτιζαν τον ουρανό της νύχτας. Πλούσιοι και φτωχοί διασκέδαζαν μαζί και τα ταξικά όρια καταργούνταν για λίγο. Το καρναβάλι στόχευε και στην εκτόνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας από τις Αρχές της πόλης και γι’ αυτό το λόγο  πρέσβευαν ότι κανείς δεν ήταν ανώτερος από τους άλλους.

Ο Pietro Longhi  (1702 – 1785) ήταν Βενετός ζωγράφος που αποτύπωσε κυρίως σε μικρή κλίμακα θέματα σατιρικά της καθημερινότητας της πόλης από τη δημόσια και ιδιωτική ζωή της αριστοκρατίας. Φιλοτέχνησε επίσης πορτρέτα και θρησκευτικά θέματα.

Στους πίνακές του βλέπουμε μέλη της αριστοκρατίας σε διάφορα ridotti (γιορτές) όπου συμμετείχαν για να συναντηθούν ανεπίσημα και να παίξουν διάφορα τυχερά παιχνίδια, να συζητήσουν ή να φλερτάρουν. Επίσης υπάρχουν πολλοί μικροί πίνακες με θέματα από εσωτερικά κατοικιών της αριστοκρατίας όπου εκτυλίσσονται διάφορες καθημερινές σκηνές όπως συζητήσεις, χοροί, ασθένειες. Αυτοί οι πίνακες μας δίνουν επίσης στοιχεία της εσωτερικής διακόσμησης και των χρωματισμών των κατοικιών, των επίπλων, των ενδυμασιών της εποχής. Αποτυπώνουν με εξαιρετικό και ατμοσφαιρικό τρόπο τις στιγμές της καθημερινότητας προσδίδοντας και μια σατιρική διάθεση.

Ο Gabriel Bella (1730 – 1799) ασχολήθηκε επίσης με σκηνές της βενετικής ζωής και πολλά έργα διακόσμησης. Το έργο του Bella απέκτησε ιδιαίτερη σημασία λόγω μιας σειράς πινάκων που φιλοτέχνησε για την οικογένεια Giustiniani. Σήμερα σώζονται 70 από αυτούς τους πίνακες και οι περισσότεροι βρίσκονται στο Museo Querini Stampalia της Βενετίας.

Ο Bella φιλοτέχνησε την Παρέλαση Μασκοφόρων την ημέρα του Αγίου Στεφάνου πριν το 1792 δίνοντας οπτικές πληροφορίες πολεοδομικού, αρχιτεκτονικού και ενδυματολογικού χαρακτήρα. Επίσης στην Yποδοχή του Πρέσβη στο Collegio  πριν το 1792, βλέπουμε το εσωτερικό του κτηρίου με λεπτομέρειες και αντλούμε πληροφορίες για τον εσωτερικό διάκοσμο και το τελετουργικό της εκδήλωσης. Και εδώ σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι φορούν τη bauta και τον μανδύα tabarro και οι επίσημοι κόκκινες ενδυμασίες.

Στον πίνακα Η Γιορτή της Μεγάλης Πέμπτης στην Piazzetta πριν από το 1792 αποτυπώνεται με κάθε λεπτομέρεια η εκδήλωση με τα ακροβατικά των ανθρώπινων πυραμίδων από τις περιοχές του Castello και του  San Nicolo. Η εικόνα μας μεταφέρει στην εποχή και πραγματικά μας ταξιδεύει στο χρόνο δίνοντάς μας την ατμόσφαιρα αυτών των γιορτών του βενετικού καρναβαλιού.

Ο Francesco Guardi (1712 – 1793) περιέγραψε σκηνές από τις γιορτινές εκδηλώσεις της Βενετίας παρότι κατά κύριο λόγο ήταν ζωγράφος τοπίων. Ο Guardi μεταξύ 1766- 1770 φιλοτέχνησε επίσης τη γιορτή της Μεγάλης Πέμπτης στην Piazetta, ο πίνακας αυτός βρίσκεται στο Λούβρο και είναι ένα έργο απαράμιλλης ομορφιάς και ατμόσφαιρας. Ένας ακόμη πίνακας του που βρίσκεται στο Λούβρο είναι η υποδοχή του Πρέσβη στο Collegio (1775) όπου αποδίδεται με εντυπωσιακό τρόπο το τελετουργικό της εκδήλωσης, οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και οι ενδυματολογικές συνήθειες.

Το καρναβάλι της Βενετίας αποτελεί μια ιστορική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη η οποία μας μεταφέρει στο παρελθόν μέσα από τον πλουραλισμό των ενδυμάτων, των μεταμφιέσεων και των δρώμενων. Το ταξίδι στο χρόνο πραγματοποιείται σε μια ατμόσφαιρα θεατρική και μυστηριακή που μας αποκαλύπτει τα μυστικά άλλων εποχών τα οποία ξετυλίγονται μπροστά μας με τρόπο ονειρικό και ενορατικό.      

  

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Marion Kaminski, Βενετία, Τέχνη και Αρχιτεκτονική, εκδ. Ελευθερουδάκη
  • Museo Querini Stampalia

Κατερίνα Κοφφινά


Πηγή: toperiodiko.gr