Ο Σταύρος Κουγιουμτζής (1932-2005), Θεσσαλονικιός μικρασιατικής καταγωγής, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, με αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος, που συνεργάστηκε με πολλούς ερμηνευτές και ερμηνεύτριες στις χρυσές δεκαετίες του είδους, βοηθώντας καθοριστικά στην ανάδειξή τους. Ήταν και στιχουργός. Έχει δώσει αθάνατα τραγούδια που θα τραγουδιούνται για πολλές γενιές ακόμα.

Ο Νίκος Κοεμτζής (1938-2011) έγινε γνωστός όταν, το 1973, στο νυχτερινό κέντρο Νεράιδα στην Κυψέλη, σκότωσε με σουγιά τρεις άλλους θαμώνες που εμπόδιζαν τον μικρότερο αδελφό του να χορέψει σε τραγούδι που το είχε ζητήσει παραγγελιά. Καταδικάστηκε σε θάνατο που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια και αποφυλακίστηκε το 1996. Έγραψε βιβλίο με τη ζωή του και το πουλούσε στο Μοναστηράκι -εκεί τον βρήκε μια μέρα ο θάνατος, από καρδιά. Το φονικό και γενικά η ζωή του αποτέλεσε το θέμα για γνωστό τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο,  αλλά και για την ταινία Παραγγελιά του Παύλου Τάσιου.

Θα απορείτε γιατί επέλεξα να συνδέσω αυτούς τους δυο τόσο διαφορετικούς ανθρώπους -τι κοινό στοιχείο έχουν, τέλος πάντων; Πέρα από τη σύμπτωση ότι έζησαν κι οι δυο 73 χρόνια, που δεν την είχα υπόψη μου όταν συνέλαβα την ιδέα για το άρθρο, το κοινό τους στοιχείο είναι ετυμολογικό -είναι δα γνωστό πως εδώ λεξιλογούμε. Η ηχητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, Κουγιουμτζής και Κοεμτζής δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για παραλλαγές της ίδιας λέξης.

Κουγιουμτζής ή κουϊμτζής ή κογιουμτζής ή κοεμτζής ήταν ο τεχνίτης που κατεργαζόταν τον χρυσό και το ασήμι και έφτιαχνε κοσμήματα, ο χρυσοχόος δηλαδή. Kuyum στα τουρκικά είναι το χρυσό ή το ασημένιο κόσμημα, ενίοτε και οι πολύτιμοι λίθοι. Η λέξη είναι δάνειο από το τουρκικό kuyumcu, και περιέργως λείπει και από τον Δημητράκο και άλλα παλιότερα λεξικά. Τα νεότερα λεξικά εύλογα δεν την έχουν, αφού δεν ακούγεται πια παρά μόνο ως επώνυμο.

Το επώνυμο επιχωριάζει στη Βόρεια Ελλάδα, συνήθως σε προσφυγικούς πληθυσμούς. Ο τύπος Κουγιουμτζής , που είναι και ο συχνότερος, κυρίως στην Αλιστράτη Σερρών, στο Σουφλί, στην Προσοτσάνη και στις Φέρες. Ο τύπος Κοεμτζής στο Αιγίνιο (από εκεί ήταν και ο Νίκος Κ.) ενώ ο Κουιμτζής στη Χαλάστρα, την Αρναια, το Λιτόχωρο αλλά και τη Σάμο. Να σημειώσουμε επίσης τα παράγωγα επώνυμα Κουγιουμτζίδης, Κουγιουμτζόγλου και, σπανιότερα, Κουγιουμτζόπουλος.

Να σημειώσουμε ότι στον χώρο της τέχνης, συνεπώνυμος του Σταύρου, ήταν ο Μίμης Κουγιουμτζής (1936-2003) ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Ασφαλώς κάποιοι Κουγιουμτζήδες ή Κουγιουμτζόγλου θα εξελλήνισαν τα επώνυμά τους (ή: θα τους τα εξελλήνισαν) -έτσι εξηγούνται κάποιοι από τους πολλούς Χρυσοχοϊδηδες στη Μακεδονία. Για τον τ. υπουργό, εκείνον που δεν είχε προλάβει να διαβάσει το μνημονιο, είχε διαδοθεί πως λεγόταν Κουγιουμτζόγλου (αγνοώ αν ισχύει και δεν έχει σημασία). Κάποιος ψεκασμένος, θέλοντας ν’ αποδείξει πως όλοι οι πολιτικοί της Ελλάδας είναι κρυπτοεβραίοι, ερμήνευσε το (υποθετικό) Κουγιουμτζόγλου ως Κοεν-τζόγλου, και τον έβγαλε ζορ ζορνά εβραϊκής καταγωγής -αλλά αν δεν ήταν βλάκας πώς θα ήταν αντισημίτης ο λεγάμενος; Όμως πλατειάζω, ας γυρίσω στους κουγιουμτζήδες.

«Χτένισε τα ξανθά μαλλιά και βγάλ’ τ’ αποχτενίδια και δώσε τα στον κουγιουμτζή να φτιάξει δαχτυλίδια», λέει ένα δημοτικό δίστιχο. Οι κουγιουμτζήδες ήταν οργανωμένοι σε σινάφια και είχαν αξιόλογη κοινωνική θέση, αφού η επαγγελματική τους καταξίωση βασιζόταν στην επιδεξιότητα και την καλαισθησία τους. Κάποιοι από αυτούς ήταν και πλανόδιοι.

Ονομαστοί ήταν οι Θρακιώτες κουγιουμτζήδες. Σε ένα διήγημα του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου, ο γαμπρός έχει παραγγείλει τα σκουλαρίκια της νύφης «στον κουγιουμτζή τον Κωνσταντή (…) που με ξεχωριστή τέχνη στόριζε τα περίφημα χρυσαφικά για τις Θρακιώτισσες του κάμπου και σκάλιζε με ασήμι λογής λογιών στολίδια και σχήματα στ’ ασημένια κουτάλια του γλυκού και τις ζώνες».

Βέβαια, υπήρχαν και περαιτέρω εξειδικεύσεις. Ο Στρατής Μολίνος στο βιβλίο του «Επώνυμα και Συντεχνίες» , αναφέρει και άλλες ονομασίες για εξειδικευμένους κοσμηματοποιούς και εμπόρους: ως «αλτιντζής» (τουρκικά altinci) προσδιορίζεται ο έμπορος κυρίως του χρυσού καθώς και άλλων πολυτίμων μετάλλων – ονομασία που σπανιότερα σημαίνει και τον χρυσοχόο, ως «ελματζής» ο αδαμαντοπώλης (elmasci, τουρκικά elmas = διαμάντι), ως «ζουμπρουτζήδες», οι ειδικοί στην κατεργασία και στο εμπόριο των σμαραγδιών (τουρκικά zumrut = σμαράγδι). Η πρώτη από αυτές τις λέξεις επιβιώνει ως επώνυμο, τις άλλες δύο δεν τις βρίσκω.

Στο σπαραχτικό διήγημα του Παπαδιαμάντη «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», ο μπαρμπα-Στέργιος θέλει να βάλει ενέχυρο κάτι κοσμήματα για να θάψει το παιδί του. Ο τοκογλύφος του χωριού κανει τον δύσκολο: «Χρειάζεται να είναι κανείς κουιμτζής για να ξέρει» πόσο αξίζουν, του λέει. Αφορμή γύρευε για ν’ αρπάξει περισσότερα, πάντα έτσι γινόταν.


Πηγή: sarantakos.wordpress.com