Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Ίσως υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα του καιρού και του τόπου, μια βασική γεύση της ζωής, κοινή σε όλους, που δεν έκφράζεται με λόγια και ιδέες, ζει όμως και δοξάζεται μέσα στο τραγούδι που φτερώνει τις καρδιές των ανθρώπων και τις ανεβάζει, σε ώρες χαράς, όλες τις κλίμακες της απολύτρωσης από το καθημερινό και το συνηθισμένο.

Ένας ιστορικός, ένας αληθινά σοφός ιστορικός, θα λογάριαζε περισσότερο ως «τεκμήριο» και «κλειδί» κατανοήσεως μιας εποχής το τραγούδι της παρά τους πολέμους και τις «ειρήνες» της· περισσότερο το «Έρι-Έρι-Ερινάκι» της γειτονιάς, παρά τη μεγάλη, την «παγκόσμια»… Ειρήνη! Γιατί αυτό που άβίαστα τραγουδιέται κι ανθίζει επίμονα κι επαναληπτικά στα χείλη των ανθρώπων όλες τις ανυπόκριτες ώρες τους, αυτό έκφράζει και την ψυχή τους. το τραγούδι μιας έποχής είν’ η άλήθεια της. Εκείνο που «κολλάει» στα χείλη και τραγουδιέται επίμονα, είναι ό,τι βαθύτερο συνήθως οι άνθρωποι έχουν να πουν για τη ζωή τους.

Πρέπει λοιπόν με πολλή προσοχή να εξετάζουμε αυτό που τραγουδιέται περισσότερο στον τόπο. Γιατί έξετάζουμε την καρδιά την ίδια του τόπου αυτού —την καρδιά τη μία, την τωρινή — και την παντοτεινή.

Σεβόμαστε από πολλά χρόνια και τιμούμε το Δημοτικό μας Τραγούδι. Γιατί αυτό ήταν η καρδιά του ίδιου τούτου λαού πριν εκατό, και διακόσια, και τριακόσια χρόνια. Η καρδιά που χτύπησε και λαχτάρησε για τόσα και τόσα! Για την Αγάπη, για το Θάνατο, για τον Πόλεμο, για την Αντρειά, για τον Όρκο και την Κατάρα, για την Κλεφτουριά και την Επανάσταση, για το στέριωμα και την κατάλυση των όρκων.

Κάποτε το τραγούδι αυτό το είδαμε να σταματά. Και βιάστηκαν πολύ να πούνε πως το Δημοτικό μας Τραγούδι πέθανε πια και η καρδιά του λαού μας σώπασε. Είναι όμως αλήθεια αυτό; Έτσι εύκολα σωπαίνει η καρδιά ενός έθνους; Ο λαός δεν σώπασε, δεν στάθηκε. Δεν έπαψε να τραγουδά και να χορεύει. Άλλαξαν όμως οι βάσεις της ζωής του. Δεν ζει πια στις κορφές· ζει στις πόλεις. Δεν βγαίνει «κλέφτης στο κλαρί»· μπαίνει εργάτης στην «φάμπρικα», δουλεύει μεροκάματο, γίνεται υπάλληλος στο κατάστημα, σκλάβος στο γραφείο, δούλος στον καθημερινό μόχθο της ρουτίνας. Κι η κοπέλα, δεν περιμένει πια κεντώντας στο παραθύρι τον «αρρεβωνιαστικό», που όλο αργεί και δεν έρχεται, παρά τρέχει κι αυτή κάθε πρωί στο γραφείο, στο κατάστημα, στο υφαντουργείο, στο κλωστήριο.

Τα «ντέρτια» και τα βάσανα, η χαρά κι ο έρωτας, η πίκρα, το παράπονο, η νοσταλγία, η ελπίδα, δεν κρέμουνται πια στα δέντρα, στις σπηλιές, στα κράκουρα, στα βάτα. Όλα της ψυχής τ’ αγκίστρια, που την κρατούν και τη δένουν, την πονούν και την ξεσκίζουν, της δίνουν γέλιο και δάκρυ, είναι στήν πόλη πια. Οι χαρές, οι λύπες, οι αγωνίες, περπατούν στούς δρόμους των πόλεων, κάτω απ’ τις καμινάδες των εργοστασίων, δίπλα στις ράγες των τραίνων, στις ταβέρνες, στα λιμάνια, στα σοκάκια τις νύχτες. Ό,τι απλωνόταν άλλοτε στο βουνό και στον κάμπο, στενεύει σήμερα και περισφίγγεται μες στα στενά τετράγωνα της πόλης, και γίνηκε δεύτερη φύση· στη φτωχογειτονιά, με τα κορίτσια («μπλέ φουστάνι κι άσπρη ζώνη»), και τούς λεβέντες («γαρύφαλλο στ’ αυτί») στη σκληρή καθημερινή δουλειά της πολιτείας, στον τυραννισμένο, τον στυφό έρωτα της «Παρανομίας», που είναι, καθώς λέει και το τραγούδι, «πιό γλυκειά απ’ την αμαρτία». Έτσι και το τραγούδι, αυτά θα τραγουδήσει. Γιατί το τραγούδι, μες απ’ αυτούς τους δρόμους της σημερινής θλίψης ή χαράς, της αστικής, θα ψάξει να ’βρει διέξοδο για την ψυχή όλων.

Δεν έχει σημασία που δεν δουλεύουμε όλοι στο εργοστάσιο -ούτε που δεν καθόμαστε όλοι σε φτωχογειτονιά! Σ’ εργοστάσιο ή σε γραφείο, στο Κολωνάκι η στον Κολωνό, μιά είν’ η ατμόσφαιρα, κι ένα το ψυχικό κλίμα. Κι απόδειξη: ότι το Κολωνάκι και η κούρσα κατεβαίνει πιο συχνά στα Ταμπούρια ή στις Ίζιτζιφιές, απ’ όσο θα δικαιολογούσε ένας δήθεν σνομπισμός. Kι ενώ η ερωτική «Παρανομία» συγκινεί το εργατόπαιδο με το κόκκινο «τραπεζομαντηλέ» πουκάμισο και το μαγκωμένο στον τόρνο νύχι, όμως ενθουσιάζει και τη φανταχτερή κοπέλα, γιατί μπορεί κι εκεινής το σπίτι κι ο αυστηρός πατέρας να κάνουν πιο πιπεράτη την «παράνομη» αγάπη.

Το σημερινό «ρεμπέτικο» μιλάει σ’ όλους. Ό,τι δεν κατάφερε η πολιτική, το κατάφερε ο λαϊκός «μπουζουκτσής». Και το κατάφερε όχι υπέρ του ένός ή του άλλου, υπέρ του φτωχού, του πειραγμένου, ή υπέρ του πλούσιου, τού επίσης πειραγμένου, παρά υπέρ κοινών πόνων και κοινών βασάνων, που ενώνουν μόνο και ποτέ δεν χωρίζουν. Η απόδειξη; Να το κοινό των κέντρων! Το πιό άνάμικτο που μπορεί να γίνει! Και το κέφι, αληθινό -άσφαλτο δείγμα πως το κοινό κλίμα κυριαρχεί (αλλιώς κέφι δεν ανάβει, ως γνωστόν).

Το σημερινό, λοιπόν, τραγούδι, δεν είναι πια Δημοτικό -είναι αστικό, της πόλεως! Kι ο λαός, όλος ο λαός, μήτε στάθηκε, μήτε σώπασε. Κάθε άλλο. Χορεύει! Χορεύει και «ρόκ» και χασάπικο και μπούγκι-μπούγκι, και τσιφτετέλι. Χορούς που προκύπτουν από τη σημερινή του, την ανάμικτη ζωή, τη μηχανοποιημένη μα και λεβέντικη μαζί, την ξενοφερμένη μα και ντόπια συνάμα. Γιατί είναι πια και ξένο και δικό μας το εργοστάσιο. Το «ρόκ» κυνηγάει το ρυθμό των μηχανών του, μα στο μεσογειακό κορμί της θερμής κοπέλας του, είτε της εργάτριας είτε της κόρης του βιομηχάνου, ταιριάζει και το τσιφτετέλι. Και μέσα σ’ αυτό το κατά βάση ανατολίτικο τσιφτετέλι, υπάρχουν τα πολύ σημερινά, τα πολύ «δυτικά» τακουνάκια «στο τσιμέντο, στα πλακάκια»! Τραγουδάει ο κόσμος. Ό,τι νάναι. Ό,τι κι αν του σερβίρουν. Μα για να βρει κανείς την καρδιά του, πρέπει να προσέξει. Τι τραγουδάει με «μεράκι»; Τι δεν του ξεκολλάει από τα χείλια;

Καντάδες; Όχι πια! Γλυκερά ερωτικά ταγκό; Μήτε. Σάμπες και «μπούγκι-μπούγκι» και «καλύψο»; Δεν τραγουδιούνται αυτά, χορεύονται μονάχα -και για να χορεύονται είναι, όχι για να τραγουδιούνται. Μήπως παραλλαγμένα, αγνώριστα, μεταμφιεσμένα και «συγυρισμένα» δημοτικά τραγούδια; Τα σιχαίνεται, όπως ο κάθε γνήσιος σιχαίνεται το νόθο. Το «ρεμπέτικο», όμως, το γνήσιο -γιατί υπάρχουνε βέβαια κι έδώ τα «imitation» και τα σκάρτα, και τα σαχλά- τραγουδάει με «μεράκι». Δηλαδή το αστικό λαϊκό τραγούδι της σημερινής Ελλάδας. Όχι το ξεπλυμένο, το κανταδοποιημένο, το «περιποιημένο» με ψεύτικα φτιασίδια, απ’ τους λογής-λογής τραγουδιστάδες των σαλονιών, αλλά το άνεπιτήδευτο, το απλό και φυσικό, το τίμιο.

Πολλοί το βρίσκουν «ανήθικο». Μα σε τί; Στη λαϊκότητά του ή στην ειλικρίνειά του; Κατηγόρησαν την καταγωγή του. Πως βγήκε απ’ τον «τεκέ». Ναι· ας πούμε ότι ξεκίνησε από κει -αν κι ούτε αυτό αληθεύει εντελώς. Βγήκε και από κει. Αλλά μήπως και το ηρωικό Δημοτικό Τραγούδι, το Κλέφτικο, δεν ξεκίνησε απ’ το ληστρικό; Είναι, λοιπόν, ληστρικό το Κλέφτικο Τραγούδι; Όσο είναι του «τεκέ» το «ρεμπέτικο», κι όσο ήταν ληστής ο λεβέντης Κλέφτης του ’21!

Κατηγόρησαν την ποίησή του. Αλλά μόνο γιατί δεν την πρόσεξαν και γιατί της ζήτησαν ό,τι ζητούν απ’ την καθαυτό ποίηση που δεν τραγουδιέ-ται. Ζήτησαν, ακόμη, το στίχο με τα μεγάλα λόγια -δεν πρόσεξαν το στίχο (κάποτε μαστορικότατον) με τα λόγια τα απλά, της καρδιάς, που αναβλύζει φυσικός και ατημέλητος μες απ’ την ψυχή του λαϊκού τραγουδιστή της πόλεως.

Πολλοί ψευδοεκτιμητές του έφτασαν να γυρέψουν την αξία του έξω απ’ το ίδιο, σε πράγματα εντελώς άσχετα: Στη… βυζαντινή εκκλησιαστική μελωδία (αντί ν’ άναζητήσουν και αυτηνής την κοινή ψυχική βάση αλλού), ή ακόμα και στη… «φούγκα»! Σα να χρειαζόταν το φυσικό φαινόμενο εξήγηση άλλη από τη φυσική, και για να επαληθευθεί, επί λέξει, ο σατιρικός στίχος του Μωραϊτίνη: «Ομίλησε περί του… Μπαχ, εν σχέσει με το… Αχ! και Βάχ!».

Το «ρεμπέτικο» αξίζει. Μήπως όμως θα χρειαστεί να βρεθούν πάλι τίποτε ξένοι να μας πουν και να μας δείξουν πόσο και γιατί άξίζει; Οπότε πια θα μας πιάσει όψιμο παραλήρημα «ρεμπετομανίας». Καλύτερα δεν είναι, να το δούμε μόνοι μας, μετρημένα, και να το γνωρίσουμε;

Εκλογή, τχ. 168, Οκτώβριος 1959: σ. 83-86

Υποσημείωση του Κωστα Βλησίδη:

Ο «Παύλος Δημητρίου» ήταν ένα από τα πολλά ψευδώνυμα του Ρένου Αποστολίδη, όπως αποκάλυψε σε βιβλιοκρισία του για το παρόν βιβλίο ο υιός του Στάντης («Ακμή και παρακμή του ρεμπέτικου», Ελευθεροτυπία [Βιβλιοθήκη], 5.4.2007). Στη συνέχεια, το 2012, ο έτερος υιός του Ρένου, Ήρκος, αποδύθηκε σε δριμεία επίκριση του υποφαινομένου, αφενός για το είδος της «ερευνητικής» δραστηριότητας που γενικότερα ασκεί και αφετέρου για την ασύγγνωστη προχειρότητα με την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση την άσκησε, καθώς δεν άνέτρεξε στο γνωστό βιβλίο του Κ. Ντελόπουλου για τα φιλολογικά ψευδώνυμα, ώστε να διαπιστώσει ποιος κρυβόταν πίσω από τον «Παύλο Δημητρίου».

Παραπλέοντας το -αυθωρεί αυτεπίστροφο άλλωστε- ήθος της εν λόγψ επίκρισης, ομολογούμε εν παρρησία πως δεν αντιληφθήκαμε ότι το ύφος γραφής του κειμένου αυτού παρέπεμπε κατευθείαν στον Ρένο όπως διαβεβαιώνει ο υιός του (καθώς τον είχαμε συνηθίσει υπό πολεμικότερη σκευή) ούτε είχαμε κατά νου ότι ένα από τα πάμπολλα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ήταν και το «Παύλος Δημητρίου», ένα ονοματεπώνυμο που ατυχώς δεν μας δημιούργησε ψευδωνυμικές υπόνοιες…

Χαιρόμαστε, ωστόσο, που, χωρίς να υποψιαζόμαστε την πραγματική ταυτότητα τοϋ συντάκτη του, ανθολογήσαμε και αναδείξαμε ένα κείμενο που ούτε ο ίδιος ο Ρένος κοινοποίησε ποτέ μεταγενέστερα την ύπαρξή του -όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος (άλλος ένας, εμβληματικός όμως, που ως μη όφειλε αγνοούσε τον “Παύλο Δημητρίου”…) τον ερώτησε ευθέως εάν έχει γράψει κάποιο θεωρητικό κείμενο για το ρεμπέτικο (βλ. προαναφερθέν ιστολόγιο), προκειμένου να το συμπεριλάβει στη μεγάλη επανέκδοση των Ρεμπέτικων τραγουδιών του-, ούτε τα τέκνα του Ρένου έφεραν ποτέ στην επιφάνεια αυτό το “περίφημο κομμάτι” -όπως ευλόγως σεμνύνονται να το χαρακτηρίζουν.


Πηγή: sarantakos.wordpress.com