Οι λέξεις είναι πράξεις
Jean-Paul Sartre

Έχετε ακούσει τα «Κορίτσια της Συγνώμης»; Ένα τρυφερό, μελαγχολικό τραγούδι των αδερφών Κατσιμίχα από τα Ζεστά Ποτά, τον δίσκο-αναφορά ολόκληρου του νέου ελληνικού τραγουδιού. Διαβάστε με προσοχή τους στίχους:

Κορίτσια της συγνώμης

Αυτό το άδειο βλέμμα στον καθρέφτη μου
κάπου το ξέρω καλά από παλιά
να με κοιτάει όπως οι γκρίζες οι κοπέλες που μ’ αγάπησαν
κάτι χλωμές, κάτι χοντρούλες με γυαλιά

Αυτές που δεν τους ρίχνεις δεύτερη ματιά
ξενοδοχεία της αγάπης νυχτωμένα
που περιμένεις να περάσει η μπόρα και μετά
φεύγεις και σε κοιτάνε λυπημένα

Το ξέρουν από την αρχή μα πάντα ελπίζουν
όταν σου δίνουν μ’ αγωνία το φιλί τους
το βλέπουν μες στα μάτια σου, το βλέπεις στα δικά τους
ένα σωρό «τελειώσαμε» η ζωή τους

Μου μείνανε οι θεωρίες και τα λόγια
ένα «τελειώσαμε» κι εγώ μες στη ζωή σου
έφυγα σαν τον κλέφτη δίχως λόγια
και δε λογάριασα την πίκρα τη δική σου

Ένας γελοίος παρλαπίπας κοκοράκος
που όπου με παίρνει και μένα κοκορεύομαι
ένας χαζός και ζαλισμένος ανθρωπάκος
μες στου φαλού μου το φολκόρ να κοροϊδεύομαι

Κορίτσια της συγνώμης μες στα μάτια σας
είναι μια λύπη που δεν έχω εγώ ξεχάσει
κορίτσια γκρίζα νεράιδες της αγάπης
ότι ήτανε να χάσω το έχω χάσει

Και απ’ ότι μου ’μεινε ετούτο το τραγούδι
σας δίνω απόψε που μονάχος ξενυχτάω
μοιάζει χαζό μα είναι το λουλούδι
είναι το χάδι και τα λόγια που χρωστάω
είναι το χάδι το απαλό που σας χρωστάω

Πρόσφατα, το περιοδικό «Δίφωνο» παρουσίασε στο τεύχος 149 ένα δικής του παραγωγής CD, σε επιμέλεια του έγκριτου δημοσιογράφου Σπύρου Αραβανή:

Πάνος Κατσιμίχας - Μάνος Ξυδούς: «Μια βραδιά στο προβάδικο».

Το CD είναι άψογο από τεχνικής άποψης και πολύ ενδιαφέρον καλλιτεχνικά. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία πρέπει αναμφισβήτητα να αποτελέσει οδηγό και μπούσουλα για επόμενες πρωτοβουλίες του ανανεωμένου Διφώνου. Η επανεκτέλεση τραγουδιών των αδερφών Κατσιμίχα (αλλά και των Πυξ Λαξ, Bob Dylan, Λάκη Παπαδόπουλου και Sharp Ties) από τον Πάνο Κατσιμίχα, τον Μάνο Ξυδού και τον Τόλη Φασόη, προφανώς και αποτελεί ένα ιδιαίτερο γεγονός μέσα στη στάσιμη τρέχουσα δισκογραφική παραγωγή.

Ανάμεσα στα τραγούδια του CD ξεχωρίζουν και «Τα κορίτσια της συγνώμης», ερμηνευμένα με τη γνωστή εκφραστικότητα του Πάνου Κατσιμίχα. Όμως, ο παρατηρητικός ακροατής θα προσέξει μια απειροελάχιστη αλλαγή: Ο στίχος «κάτι χλωμές, κάτι χοντρούλες με γυαλιά» αντικαταστάθηκε με τον στίχο «κάτι παράξενες, κρυμμένες στη σκιά». Έτσι, η καινούργια πρώτη στροφή του τραγουδιού διαμορφώθηκε ως εξής:

Αυτό το άδειο βλέμμα στον καθρέφτη μου
κάπου το ξέρω καλά από παλιά
να με κοιτάει όπως οι γκρίζες οι κοπέλες που μ’ αγάπησαν
κάτι παράξενες, κρυμμένες στη σκιά

«Και που είναι το πρόβλημα;» θα αναρωτηθείτε. Μεγάλο το πρόβλημα, τεράστιο. Αυτή η φαινομενικά αθώα στιχουργική αλλαγή εμπεριέχει και συμπυκνώνει όλο το πρόβλημα του τωρινού ελληνικού τραγουδιού, όλη την εκφραστική αδυναμία και πολιτική ορθότητα που στερούν από το τραγούδι τους χυμούς, τη φρεσκάδα και την επαναστατικότητα της έκφρασης. Είναι μια αλλαγή που αντανακλά συγκεκριμένες αισθητικές αλλά και ιδεολογικές - όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια του άρθρου – παραδοχές.

Μια απλή σύγκριση καταδεικνύει δύο διαφορετικές εκφραστικές λογικές: η μία - αυτή της πρώτης εκδοχής του στίχου - είναι περιγραφική, ακριβής, συγκεκριμένη· διεκδικεί και επικυρώνει τον υποκειμενισμό της τέχνης μέσα από συγκεκριμένες, «αντικειμενικές» αναφορές. Η άλλη - αυτή της δεύτερης, νεότερης εκδοχής - είναι αόριστη, γενικόλογη, άχρωμη, άοσμη και εν τέλει ακίνδυνη. Η πρώτη προσεγγίζει την πραγματικότητα ως ένα σύνολο σχέσεων και παραστάσεων που μπορούν να γίνουν αντιληπτές, επειδή ανταποκρίνονται σε μια συγκεκριμένη υλικότητα. Η δεύτερη αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με τρόπο μεταμοντέρνο, υποτάσσοντας ουσιαστικά την πραγματικότητα στην φαινομενικότητα. Η πρώτη περιγραφή φωτίζει την πραγματικότητα: οι κοπέλες είναι χλωμές, χοντρούλες και έχουν γυαλιά. Η δεύτερη αποφεύγει την πραγματικότητα, ή – ακόμα χειρότερα - προσπαθεί να την αποκρύψει: οι κοπέλες είναι παράξενες – γιατί; πώς; σύμφωνα με ποια κριτήρια; - και κρυμμένες στη σκιά – άρα και μη αντιληπτές. Η πρώτη είναι δυσάρεστη, αλλά παίρνει θέση. Η δεύτερη ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας, αλλά μένει ουδέτερη.

Είναι πιθανό – χωρίς να βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό του Κατσιμίχα – ότι η αλλαγή αντικατοπτρίζει τις καλύτερες των προθέσεων του δημιουργού: ας πούμε, υπάρχουν πολλές χοντρούλες κοπέλες με γυαλιά, και ίσως το τραγούδι στην πρώτη εκδοχή του να ακουγόταν κάπως «ρατσιστικό», καθότι και οι χοντρούληδες, χλωμοί και διοπτροφόροι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην αγάπη και δεν μπορούν να στιγματίζονται ως κάποιοι «που δεν τους ρίχνεις δεύτερη ματιά». Τυγχάνω χλωμός, χοντρούλης και γυαλάκιας, και συνεπώς θα ήμουν ο τελευταίος που θα αμφισβητούσε τα δικαιώματα αυτής της ευγενούς συνομοταξίας. Όμως, η αλλαγή του στίχου με θίγει πολύ περισσότερο από την περιγραφή του τραγουδιού στην πρώτη εκδοχή του. Η λεπτομερής αναφορά στα γυαλιά και τα περιττά λίπη αποτελεί την καλύτερη απόδειξη αποδοχής αυτών των κοριτσιών. Αντίθετα, η απάλειψη του στίχου στη δεύτερη εκδοχή σημαίνει ένα πράγμα στα αυτιά μου: ότι οι χλωμές χοντρούλες με γυαλιά δεν αξίζουν ούτε καν μια θέση στο τραγούδι, πόσο μάλλον στις καρδιές και στο κρεβάτι μας. Η πολιτική ορθότητα του Κατσιμίχα – ή οποιουδήποτε πρότεινε την αλλαγή – λειτουργεί σαν μπούμεραγκ. Η απαλοιφή του υποκειμένου (χλωμές χοντρούλες με γυαλιά) και η αντικατάστασή του από ένα άμορφο περιγραφικό σχήμα (παράξενες κρυμμένες στη σκιά) είναι μια μορφή προσβολής και άρνησης αυτού υποκειμένου, πολύ μεγαλύτερης από την εκτίμηση ότι δεν μπορείς να του ρίξεις δεύτερη ματιά.

Ταυτόχρονα, η αλλαγή αυτή επιφέρει μια συνολική ακύρωση του νοήματος του τραγουδιού, σε πλήρη συμπόρευση με τις κατευθύνσεις του μεταμοντερνισμού. Καταρχήν, δεν γίνεται κατανοητό γιατί δεν μπορείς να ρίξεις δεύτερη ματιά σε κάποιον που είναι κρυμμένος στη σκιά. Να με συγχωρούν ο Πάνος και ο Μάνος, αλλά εμένα οι κοπέλες που τράβηξαν τη δεύτερη – και τρίτη, και τέταρτη – ματιά μου ήταν πολύ συχνά λουσμένες στις πιο βαθιές σκιές. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Η ουσία της ακύρωσης του νοήματος βρίσκεται στην αρχή ότι δύο αρνήσεις συνιστούν μια κατάφαση. Στην περίπτωση του τραγουδιού, η πρώτη άρνηση βρίσκεται στη συγνώμη που ζητάει ο δημιουργός από τα κορίτσια του το έτος 1985. Η αλλαγή του στίχου το 2008, μόνο ως δεύτερη, σιωπηρή συγνώμη μπορεί να εκληφθεί. Τότε όμως, γιατί γράφτηκε το τραγούδι, αν δεν μπορούσε με την αρχική του μορφή να εκπληρώσει την αποστολή του; Η «σκιά» του στίχου δεν είναι μόνο σκιά: είναι και θολούρα. Η περιγραφή των χλωμών κοριτσιών με τα γυαλιά συνιστά μια ευγενή και επαναστατική πράξη· ο δημιουργός ζητά συγνώμη από αυτές γιατί τους συμπεριφέρθηκε άσχημα, και έρχεται χρόνια μετά να αποδεχθεί μετανιωμένος την αξία αυτών των κοριτσιών. Αντίθετα, η (μη) περιγραφή των παράξενων και σκιασμένων γυναικών της δεύτερης εκδοχής αναιρεί όλο το υπόλοιπο τραγούδι και τις προθέσεις του δημιουργού.

Γενικότερα, η στιχουργική αυτή αλλαγή ανταποκρίνεται πλήρως στην τάση εξύμνησης της αοριστίας που παρατηρείται ολοένα και περισσότερο στο ελληνικό τραγούδι. Δεν υπάρχει ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος για να γίνει εδώ αναφορά σε παραδείγματα, και γι’ αυτό καταθέτω την αίσθησή μου κάπως δογματικά: το τραγούδι γίνεται ολοένα και πιο γενικόλογο, ολοένα και λιγότερο χειροπιαστό, ολοένα και πιο ορφανό από αναφορές και προσδιορισμούς. Η ιδεολογική διάσταση αυτής της εξέλιξης είναι ότι το τραγούδι έτσι γίνεται ολοένα και πιο ακίνδυνο. Δεν μπορείς να αλλάξεις μια πραγματικότητα που δεν μπορείς να συλλάβεις. Δεν μπορείς να ζητήσεις συγνώμη από ένα κορίτσι που δεν μπορείς να περιγράψεις.

«Η αλήθεια είναι συγκεκριμένη», έλεγε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Αν λοιπόν η αλήθεια των Κατσιμιχαίων ήταν χλωμή, χοντρούλα και με γυαλιά, γιατί άραγε να χρειάστηκε σκιές και μεταμφιέσεις; Μήπως για να ακουστεί καλύτερα στα μεταλλαγμένα, μικροαστικά αυτιά μας;
ηρ.οικ.

ΥΓ: Σε μια κοινωνία που σέβεται τους ποιητές της, μια συνέντευξη του αντίστοιχου Κατσιμίχα σε οποιοδήποτε περιοδικό συνοδευόμενη από μια ολοκάινουργια παραγωγή CD του θα γινόταν δεκτή ως μέγιστο καλλιτεχνικό γεγονός. Στην σημερινή Ελλαδάρα είναι προφανές ότι τα σαρκαστικά γέλια του show sexy Ψινάκη και τα κρατικοδίαιτα χειροκροτήματα για την Eurovision καλύπτουν τα πάντα. Πάντως, αν βρείτε το συγκεκριμένο CD, ακούστε το με προσοχή. Έχει αυτή τη μοναδική αύρα του ελληνικού τραγουδιού, την από καιρό χαμένη.

Πηγή


Πηγή: pancreta